«Κοινοτική ψυχιατρική φροντίδα – Η ουτοπία που έγινε αναγκαιότητα»: Άρθρο του ιδρυτή και επ. προέδρου της ΕΠΑΨΥ, Στ. Στυλιανίδη, στην εφημερίδα «Αμαρυσία» (8/10/2022)

«Κοινοτική ψυχιατρική φροντίδα – Η ουτοπία που έγινε αναγκαιότητα»: Άρθρο του ιδρυτή και επ. προέδρου της ΕΠΑΨΥ, Στ. Στυλιανίδη, στην εφημερίδα «Αμαρυσία» (8/10/2022)

Η κοινοτική ψυχιατρική ήταν μέχρι πρόσφατα μια υπόθεση ρομαντική, που αφορούσε λίγους: κάποιους «κολλημένους» προοδευτικούς και αφοσιωμένους στο ιδεώδες της ανιδιοτελούς προσφοράς στους πιο ευάλωτους, τους ψυχικά ασθενείς που δεν έχουν φωνή και δικαιώματα.

Λειτουργούσε, δηλαδή, παράλληλα με την παραδοσιακή-ασυλική ψυχιατρική που βασίζεται στο βιοϊατρικό μοντέλο, καταλαμβάνοντας πολύ μικρότερο χώρο και έχοντας πολύ πιο περιορισμένη επίδραση και απήχηση.

Ο συσχετισμός αυτός αλλάζει, ιδιαίτερα μετά την πανδημία. Η ανατροπή δεν είναι ακόμη σε όλους ορατή, γιατί βρίσκεται σε εξέλιξη και δεν έχει ολοκληρωθεί. Όμως συντελείται και δεν φαίνεται αναστρέψιμη, γιατί το κοινωνικό αίτημα που την προκαλεί είναι πολύ ισχυρό.

Ο ΠΟΥ έχει συνδέσει τη φετινή Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας με το well-being, την ευζωία. Είναι μια έννοια που υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια της ιατροκεντρικής προσέγγισης, προσανατολισμένη σε μια ολιστική κατεύθυνση.

Η ψυχιατρική αγγίζει ένα μόνο κομμάτι της ψυχικής υγείας. Το «όλον» επηρεάζεται από τον τρόπο ζωής, από την ποιότητα των σχέσεων, από την οικολογική ισορροπία, από κοινωνικούς παράγοντες, όπως είναι η οικονομική κατάσταση, η απασχόληση, η ασφάλεια, οι τεράστιες ανισότητες, η αβεβαιότητα για το μέλλον.

Ακόμη και οι πιο σκληροί εκπρόσωποι της συντεχνιακής κουλτούρας στην ψυχιατρική δεν αμφισβητούν πλέον ότι το σχήμα «διάγνωση – φαρμακευτική θεραπεία ή/και νοσηλεία» δεν είναι απλώς αναχρονιστικό και ελλειμματικό, είναι ασύμβατο με τον δημοκρατικό πολιτισμό.

Δεν μπορεί να υπάρξει ανακούφιση της οδύνης του ψυχικά πάσχοντος χωρίς ψυχοθεραπεία και κατανόηση της μοναδικότητας του άλλου μέσα από το μοίρασμα του βιώματός του με τον θεραπευτή. Δεν μπορεί να αποφευχθεί η υποτροπή χωρίς παρέμβαση στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον του.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι μόνο στο πλαίσιο κοινοτικών δομών και δράσεων είναι εφικτή μια πραγματική ανάκαμψη ώστε η ασθένεια να είναι μία μόνο πλευρά της προσωπικότητας και όχι η καθοριστική.

Ο ψυχίατρος που περιμένει στο γραφείο του το αίτημα για βοήθεια έναντι συγκεκριμένου αντιτίμου είναι μια εικόνα ασύμβατη με τις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες.

Όσοι υπηρετούμε την κοινοτική ψυχιατρική δεν περιμένουμε το αίτημα, το αναζητάμε, το συνδιαμορφώνουμε με τους εμπλεκόμενους και τους φορείς της κοινότητας. Έχουμε δημιουργήσει δικτύωση στην κοινότητα, έχουμε ενημερώσει και ευαισθητοποιήσει, ώστε ο γονιός, οι γείτονες, ο φίλος, ο καθηγητής, ο προπονητής, ο ιερέας του ψυχωτικού να ζητήσουν στήριξη για τον πάσχοντα. Οι ίδιοι μπορούν να αποτελέσουν ένα ισχυρό υποστηρικτικό δίκτυο για αποτροπή υποτροπών και νοσηλειών.

Δεν βολευόμαστε μπροστά στον υπολογιστή μας μέχρι να μας χτυπήσει την πόρτα. Γιατί ο ίδιος μπορεί να μην τη χτυπήσει ποτέ. Εμείς είμαστε οι καταλύτες για να συναντηθούμε μαζί του, ώστε να τον βοηθήσουμε να ζήσει καλύτερα.

Δεν του ζητάμε χρήματα, δεν τον ακινητοποιούμε, δεν τον φορτώνουμε με άχρηστα φάρμακα τα οποία απλώς καταστέλλουν τα θορυβώδη συμπτώματα, που εμείς προσπαθούμε να νοηματοδοτήσουμε. Τον ακούμε και οργανώνουμε ένα εξατομικευμένο σχέδιο φροντίδας το οποίο για να υλοποιηθεί απαιτεί τη συμμετοχή της οικογένειάς του, του οικογενειακού γιατρού και άλλων προσώπων που συνδέονται μαζί του. Λαμβάνουμε υπόψη τη δική του γνώμη και ενδιαφερόμαστε για όλα όσα επιβαρύνουν την κατάστασή του: φτώχεια, ανεργία, μοναξιά, παχυσαρκία, εξαρτήσεις, κοινωνικό αποκλεισμό, στιγματισμό, πρόβλημα στέγης ή αξιοπρεπών συνθηκών διαβίωσης.

Οι εκβάσεις μάς επιτρέπουν να αισιοδοξούμε. Η εμπειρία μας στο Κέντρο Ημέρας «Franco Basaglia» στο Μαρούσι δείχνει ότι άνθρωποι που οδηγήθηκαν με χειροπέδες στο Δαφνί και στο Δρομοκαΐτειο μπορούν να είναι απόλυτα λειτουργικοί και να έχουν καλή ποιότητα ζωής.

Δεν είναι ούτε απλό ούτε εύκολο. Αλλά τίποτα δεν είναι εύκολο όταν μιλάμε για ψυχική ασθένεια.

Δεν τα ξέρουμε όλα και δεν εφησυχάζουμε. Είμαστε σε εγρήγορση, για να εξελιχθούμε, να μάθουμε, να προσαρμοστούμε σε νέες συνθήκες, να απαντήσουμε σε νέες προκλήσεις.

Ο ορισμός της κοινότητας αλλάζει. Ο ψηφιακός χώρος αναπτύσσεται ραγδαία και αυτό μας υποχρεώνει να αλλάξουμε τον τρόπο δουλειάς μας και να εκπαιδευτούμε σε νέους κώδικες.

Το κάνουμε. Χωρίς αντίσταση, χωρίς δογματισμό, χωρίς εμμονή σε δοκιμασμένες συνταγές. Γιατί δεν θέλουμε να δικαιωθούμε, θέλουμε να δικαιωθούν οι άνθρωποι που υποφέρουν.

Η κοινοτική ψυχιατρική γίνεται στη χώρα μας, από περιθωριακό μοντέλο, mainstream. Δεν έχει καμία σημασία να αναγνωριστεί ποιοι είδαν πρώτοι μπροστά και ποιοι πάλεψαν γι’ αυτό. Όσο περισσότεροι στρατευτούν σε αυτή την προσπάθεια θα είναι κέρδος για τους ωφελούμενους.

Σήμερα υπάρχουν κατακερματισμένες νησίδες κοινοτικής ψυχιατρικής σε όλη την επικράτεια και αύριο μπορεί να ενωθούν σε ένα εθνικό σχέδιο που θα καλύπτει τις ανάγκες της κοινωνικής πλειοψηφίας χωρίς η διεύρυνση να σημαίνει υποβάθμιση της ποιότητας των υπηρεσιών αλλά το ακριβώς αντίθετο.

Το κλειδί για να επιταχυνθεί αυτή η πορεία είναι η ισχυρή πολιτική βούληση για ένα σχέδιο με σταθερή χρηματοδότηση και λογοδοσία-αξιολόγηση, σε συνδυασμό με ένα δυναμικό επιστημονικό και κοινωνικό κίνημα.

Η αρχή είναι η συνειδητοποίηση ότι γίνεται διαφορετικά. Μακριά από τα άσυλα και την καταστολή, με σεβασμό στην προσωπικότητα και στα δικαιώματα του ασθενούς, αναγνωρίζοντας ότι η ψυχική του υγεία συναρτάται με την κοινωνική υγεία.