«Οι ανασφάλιστοι ασθενείς σε νέα αδιέξοδα»: Άρθρο του Αχιλλέα Οικονόμου, ψυχιάτρου, επ. υπεύθυνου Οικοτροφείου Τρικάλων ΕΠΑΨΥ, προέδρου Ένωσης Επαγγελματιών Ψυχιάτρων Ελλάδας, στο iEidiseis.gr (21/03/2022)

«Οι ανασφάλιστοι ασθενείς σε νέα αδιέξοδα»: Άρθρο του Αχιλλέα Οικονόμου, ψυχιάτρου, επ. υπεύθυνου Οικοτροφείου Τρικάλων ΕΠΑΨΥ, προέδρου Ένωσης Επαγγελματιών Ψυχιάτρων Ελλάδας, στο iEidiseis.gr (21/03/2022)

Η απαγόρευση της δυνατότητας συνταγογράφησης φαρμάκων και εξετάσεων από ιδιώτες ιατρούς σε ανασφάλιστους πολίτες είναι πλέον, από τις 16/3, γεγονός. Πρόκειται για μέτρο που έχει καταγγελθεί ως τουλάχιστον απαράδεκτο από το σύνολο του ιατρικού κόσμου, και όχι τυχαία, καθώς τα προβλήματα που δημιουργεί είναι πολλαπλά και σε πολλά επίπεδα.

Αρχικά, δημιουργεί ένα θεραπευτικό παράδοξο, όπου ασθενείς έχουν επιλέξει τον γιατρό τους, πληρώνουν την επίσκεψή τους, αλλά αναγκάζονται, με σκοπό να εκτελέσουν μια απλή ιατρική πράξη, όπως αυτή της συνταγογράφησης φαρμάκων ή εξετάσεων, ως συνέχεια της εξέτασης, να αναζητήσουν άλλον συνάδελφο, του Δημοσίου, σε άλλον χώρο και ακαθόριστη ημερομηνία, η οποία μπορεί να είναι πολύ αργότερα.

Επιβαρύνει σημαντικά το δημόσιο σύστημα υγείας, καθώς κατευθύνει σε αυτό μεγάλο αριθμό ασθενών. Η πραγματικότητα της πανδημίας είναι αναμφίβολα ένας επιπρόσθετος δυσμενής παράγοντας, αλλά και χωρίς αυτόν η παραπάνω επιβάρυνση είναι ξεκάθαρα αχρείαστη και αναμφίβολα δυσλειτουργική. Στο ίδιο πλαίσιο, καθιστά τους συναδέλφους του ΕΣΥ «συνταγογράφους» ασθενών που δεν γνωρίζουν ούτε έχουν εξετάσει, κι έτσι μια σημαντική ιατρική πράξη γίνεται απρόσωπη γραφειοκρατική διαδικασία. Επίσης, καταστρατηγείται η νομικά κατοχυρωμένη αρχή της ισοτιμίας της ιατρικής υπογραφής μεταξύ ιδιωτών ιατρών και ιατρών του Δημοσίου.

Διαταράσσει τη σχέση ιατρού-ασθενούς, που αποτελεί πυρηνικό στοιχείο στην προσπάθεια επίτευξης του βέλτιστου θεραπευτικού αποτελέσματος. Η σχέση αυτή διέπεται από τις αρχές της εμπιστοσύνης και της συνέχειας και η προσθήκη ενός τέτοιου εμποδίου μόνο προβλήματα δημιουργεί.

Στον τομέα της ψυχικής υγείας η παραπάνω απόφαση δημιουργεί επιπλέον σημαντικά προβλήματα, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της θεραπευτικής σχέσης ψυχιάτρου και ασθενή. Η σχέση αυτή βασίζεται τόσο στην εχεμύθεια του ιατρού όσο και σε αμοιβαία εμπιστοσύνη και σεβασμό, ώστε να επιτρέπει σε αυτόν που πάσχει από ψυχικές διαταραχές να συμμετέχει στη διαδικασία επιλογής της θεραπείας του, γεγονός που αποτελεί διαχρονικό ζητούμενο στην ψυχική υγεία. Αυτή η σχέση είναι χρονοβόρα και οποιαδήποτε αλλαγή, η οποία μάλιστα δεν περιέχει κάποια θεραπευτική νοηματοδότηση, μπορεί να επιφέρει τη διακοπή της φαρμακευτικής αγωγής. Οι ασθενείς με ψυχική νόσο χρειάζονται, περισσότερο από κάθε άλλον ασθενή, την προσωπική επαφή με τον θεράποντα ιατρό στη διαδικασία της φαρμακευτικής συνταγογράφησης.

Ας λάβουμε επίσης υπόψη ότι αρκετοί από τους ψυχικά πάσχοντες δυσκολεύονται περισσότερο από κάθε άλλον ασθενή στις διαπροσωπικές επαφές και ότι η επιβάρυνση των ψυχικών διαταραχών δεν είναι ομοιόμορφη σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Οι ομάδες που βρίσκονται σε δυσμενείς συνθήκες και με λιγότερους πόρους έχουν μεγαλύτερη ευπάθεια σε αυτές τις διαταραχές. Περιττές και χρονοβόρες μετακινήσεις σε δομές του ΕΣΥ ελλοχεύουν κινδύνους διακοπής της θεραπευτικής σχέσης και της φαρμακευτικής αγωγής, με αποτέλεσμα υποτροπές.

Στο πεδίο της κοινοτικής ψυχιατρικής έχει γίνει, μέσα σε δύσκολες συνθήκες, ένας πολύχρονος αγώνας προσφοράς στις πλέον ευάλωτες κοινωνικές ομάδες ή σε αυτές που έχουν δύσκολη πρόσβαση στον ειδικό της ψυχικής υγείας για την παροχή ολοκληρωμένης ψυχικής φροντίδας (κέντρα ημέρας, οικοτροφεία, κινητές μονάδες). Μέτρα σαν αυτό δημιουργούν πλήθος προβλημάτων και μποϊκοτάρουν τις αρχές της συνέχειας και της δικτύωσης, δίνοντας την αίσθηση στους εργαζόμενους ενός αχρείαστου πισωγυρίσματος και στους ωφελούμενους ανασφάλεια και αβεβαιότητα.

Οι παραπάνω επιπτώσεις όχι μόνο δεν θα ελαττώσουν τα οικονομικά κόστη, που είναι η βασική αιτία που επικαλείται το υπουργείο σε σχέση με το μέτρο, αλλά, καθώς οι ψυχικές διαταραχές είναι κατεξοχήν χρόνιες και τείνουν να υποτροπιάζουν, το έμμεσο κόστος τους (απώλεια εργασίας, μειωμένη παραγωγικότητα, φροντίδα των οικείων, νοσηλείες εξαιτίας υποτροπών) θα ξεπεράσει κατά πολύ το άμεσο. Είναι, λοιπόν, επιτακτική η ομαλή συνέχιση μιας καλής θεραπευτικής σχέσης και η διασφάλιση της μη υποτροπής. Η διακοπή της συνταγογράφησης από τους θεράποντες ιατρούς σε ανασφάλιστους πολίτες δεν λειτουργεί προς αυτή την κατεύθυνση και η κατάργηση του μέτρου καθίσταται αυτονόητη και αναγκαία.