«Η κοινοτοπία του θανάτου από Covid-19»: Άρθρο του ιδρυτή και επ. προέδρου της ΕΠΑΨΥ, Στ. Στυλιανίδη, στα ΝΕΑ (28/01/2022)

«Η κοινοτοπία του θανάτου από Covid-19»: Άρθρο του ιδρυτή και επ. προέδρου της ΕΠΑΨΥ, Στ. Στυλιανίδη, στα ΝΕΑ (28/01/2022)

Όταν ο Γάλλος ιστορικός Φιλίπ Αριέ έγραψε για τον απαγορευμένο θάνατο, δεν υπήρχε η πανδημία αλλά μόνο ο ακραίος ατομισμός, η υπερεπένδυση στις τεχνικές μακροβιότητας και η ιδεολογικοποίηση της ευημερίας, που έκαναν ταμπού την οδύνη για την ανθρώπινη απώλεια.

Σήμερα δεν είναι μόνο ο θάνατος αλλά και το πένθος απαγορευμένο. Οι λεγόμενοι «σκληροί δείκτες» της πανδημίας έχουν γίνει κομμάτι της ρουτίνας και οι εφιαλτικοί αριθμοί αθροίζονται χωρίς αυτό να συνδέεται με κάποια συλλογική συναισθηματική αντίδραση.

Η νηπενθής κοινωνία της μετανεωτερικότητας, που είναι πάντα βιαστική και προσηλωμένη στην εικόνα και στην «εδώ και τώρα» ικανοποίηση, δείχνει το πιο άγριο πρόσωπό της. Είτε επικαλεστεί κανείς τη φροϋδική απώθηση, άρνηση ή διάψευση της πραγματικότητας είτε τη γιουγκιανή καταστολή, παρακολουθούμε μια διαδικασία αποστασιοποίησης από την επώδυνη συνθήκη των μαζικών θανάτων που πολλαπλασιάζονται χωρίς την ενσυναίσθηση και την ψυχική οδύνη που τους αναλογεί.

Οι πενθούντες έρχονται αντιμέτωποι με ένα πρωτόγνωρο πολιτιστικό σοκ που θυμίζει συγγενείς πεσόντων στον πόλεμο. Καλούνται να αποχαιρετήσουν τον νεκρό χωρίς να μπορούν να δουν ή να αγγίξουν το σώμα του, ενώ οι τελευταίες του στιγμές εν ζωή αναπαρίστανται ως ελλειμματικά ίχνη στο φαντασιακό τους. Η ασώματη επαφή μπορεί να μεταφραστεί σε ενοχές, τύψεις και ατελείς συμβολοποιήσεις, οι οποίες οδηγούν σε ένα ανολοκλήρωτο, άρα μη περατούμενο, πένθος.

Οι ψυχικοί αυτοί μηχανισμοί άμυνας, ατομικοί και συλλογικοί, συναντούν την πολιτική αναλγησία. Οι πολιτικά υπεύθυνοι για τη διαχείριση της πανδημίας κάνουν ό,τι μπορούν για να αποφύγουν τον θρήνο των χαροκαμένων μανάδων, πατεράδων, συζύγων, συντρόφων, φίλων, αδελφών. Γιατί αυτό θα τους εξέθετε και δεν αντιμετωπίζεται επικοινωνιακά.

Η πολιτική αναλγησία συσκοτίζεται με τη συνειδητή σιωπή πολλών επιστημόνων και των περισσότερων ΜΜΕ. Πόσοι θάνατοι θα μπορούσαν να αποφευχθούν εάν το ΕΣΥ λειτουργούσε καλύτερα; Ποιοι ευθύνονται για την υψηλή θνητότητα στα δημόσια νοσοκομεία και στις ΜΕΘ; Τι θα μπορούσε να γίνει και δεν έγινε; Απαντήσεις δεν δίνονται γιατί δεν τίθενται καν, πιεστικά, οι ερωτήσεις. Μόνο καταγγελτικά, άρα αναποτελεσματικά, με δεδομένη τη διάχυτη κοινωνική παθητικότητα.

Δεν αντέχουμε καν να σκεφτούμε πώς είναι να αφήνεις την τελευταία σου πνοή χωρίς να έχεις κανέναν δίπλα σου για μέρες, χωρίς μια λέξη αποχαιρετισμού, χωρίς ένα χάδι και ένα βλέμμα αγάπης. Όσοι έζησαν τη φοβερή εμπειρία να χάνουν τους ανθρώπους τους έτσι, στην άγρια μοναξιά της ΜΕΘ, και βασανίζονται από την αγωνία αν θα μπορούσαν να έχουν σωθεί, πενθούν όπως μπορούν μέσα στην αδιαφορία και την ακηδία των γύρω.

Οι αγαπημένοι τους που έφυγαν από τη ζωή δεν έχουν όνομα ούτε πρόσωπο. Αλέστηκαν μέσα στους αριθμούς των κρουσμάτων, μετά των διασωληνωμένων, τελικά των θανάτων. Ένας από τους 78, τους 95, τους 102 νεκρούς της ημέρας, τους εκατοντάδες της εβδομάδας, τους χιλιάδες του μήνα, τους πολλές χιλιάδες του χρόνου.

 

Όσοι έχουμε εργαστεί ως ψυχαναλυτές με ανθρώπους που πενθούν ή προσπαθούν να πενθήσουν γνωρίζουμε καλά πόσο κρίσιμη είναι η πραγματοποίηση και η ολοκλήρωση αυτής της επίπονης ψυχικής εργασίας. Η αποφυγή του πένθους δεν είναι δύναμη, είναι αδυναμία. Και δεν μπορεί να γίνει ανώδυνα, χωρίς ψυχικό κόστος. Το κρίμα δεν είναι τόσο γι’ αυτούς που φεύγουν χωρίς να τιμηθούν όσο θα έπρεπε. Είναι γι’ αυτούς που μένουν χάνοντας την ψυχή τους πριν χάσουν τη ζωή τους.

Η άρνηση των θανάτων της πανδημίας, μέσα από την «κανονικοποίησή» τους, ίσως αποτελεί μια εφήμερη παρηγοριά, η οποία τροφοδοτεί ασυνείδητα την ψευδαίσθηση της αθανασίας των παντοδύναμων ζωντανών.