«Σχολικός εκφοβισμός και το βάρος των μαθητών διαφορετικής καταγωγής»: Άρθρο της Κατερίνας Γιαννακοπούλου, ψυχολόγου στην Κινητή Μονάδα Ψυχικής Υγείας ΒΑ Κυκλάδων ΕΠΑΨΥ – Κλιμάκιο Άνδρου

«Σχολικός εκφοβισμός και το βάρος των μαθητών διαφορετικής καταγωγής»: Άρθρο της Κατερίνας Γιαννακοπούλου, ψυχολόγου στην Κινητή Μονάδα Ψυχικής Υγείας ΒΑ Κυκλάδων ΕΠΑΨΥ – Κλιμάκιο Άνδρου

Ο σχολικός εκφοβισμός, ένα ευρέως γνωστό φαινόμενο, αποτελεί πηγή σοβαρών ψυχοκοινωνικών προβλημάτων σε παιδιά και εφήβους. Ένα ακόμη βαθύτερο ζήτημα, το οποίο δεν έχει διερευνηθεί επαρκώς από επιστημονικές έρευνες, είναι ο σχολικός εκφοβισμός σε μετανάστες μαθητές, ένα πρόβλημα το οποίο ολοένα και βαραίνει το εκπαιδευτικό και κοινωνικό σύστημα της χώρας μας.

To bullying (εκφοβισμός) είναι μια μορφή στοχευμένης, επιθετικής συμπεριφοράς, η οποία συμβαίνει κατ’ επανάληψη, εγκαθιστώντας έτσι μια σχέση εξουσίας από πλευράς του θύτη και αδυναμίας από πλευράς του θύματος. Ο εκφοβισμός εκφράζεται με τη μορφή σωματικής και λεκτικής βίας, π.χ. γροθιές, σπρωξίματα, χλευασμός κ.ά. Εκδηλώνεται, επίσης, με απροκάλυπτη λεκτική επιθετικότητα (προσβλητικές προσφωνήσεις με σκοπό την ταπείνωση) ή έμμεση επιθετικότητα (κουτσομπολιό και δυσφήμηση, με σκοπό τον κοινωνικό αποκλεισμό). Ο σχολικός εκφοβισμός αφορά γεγονότα bullying, τα οποία συμβαίνουν στον χώρο του σχολείου, συνήθως μεταξύ συμμαθητών. Πλέον στις μέρες μας έχει εδραιωθεί με ανησυχητική συχνότητα το φαινόμενο του cyberbullying (ηλεκτρονικός εκφοβισμός), ιδιαίτερα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Οι επιπτώσεις ποικίλλουν, ανάλογα με τη συχνότητα και τη βαρύτητα του εκφοβισμού, την ιδιοσυγκρασία του θύματος, καθώς και τη διαχείριση του γεγονότος από πλευράς του εκπαιδευτικού πλαισίου και των γονέων. Τα θύματα εκφοβισμού συχνά αντιμετωπίζουν προβλήματα αυτοεκτίμησης, εικόνας εαυτού και κοινωνικής περιθωριοποίησης. Τα εν λόγω ζητήματα μπορούν να οδηγήσουν σε συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης και σε ορισμένες περιπτώσεις έως και στην αυτοκτονία.

Σύμφωνα με έρευνες, ένας σημαντικός λόγος που το σχολείο αποτελεί «προσφιλή» χώρο εξάπλωσης του φαινομένου είναι η αύξηση του πληθυσμού των μαθητών από οικογένειες μεταναστών. Η αυξημένη εισροή προσφύγων-οικονομικών μεταναστών πολλές φορές συνοδεύεται από εμφανείς διαφορές στο σύστημα αξιών, στα ήθη και έθιμα, καθώς και στον τρόπο ζωής. Οι διαφορές αυτές, σε συνδυασμό με την οικονομική δυσχέρεια που επικρατεί σε παγκόσμιο επίπεδο τα τελευταία χρόνια, ενδέχεται να προκαλέσουν συναισθήματα ανασφάλειας από πλευράς των κατοίκων της χώρας υποδοχής. Ο εκφοβισμός αποτελεί μια πολύ θλιβερή και στρεσογόνο εμπειρία σε οποιοδήποτε πλαίσιο, ωστόσο τα παιδιά μεταναστών υφίστανται το επιπλέον βάρος του ρατσιστικού εκφοβισμού, δηλαδή του εκφοβισμού που βασίζεται στην εθνικότητα και τη χώρα καταγωγής. Έρευνες έχουν δείξει ότι τα παιδιά αυτά παρουσιάζουν αυξημένα προβλήματα λειτουργικότητας, σωματικής και ψυχικής ακεραιότητας, καθώς και χαμηλότερα επίπεδα αυτοεκτίμησης σε σύγκριση με τον μόνιμο πληθυσμό, τόσο σε ακαδημαϊκό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο (παρέες με συνομηλίκους, φιλίες κ.λπ.). Τα παραπάνω προβλήματα συνδέονται άμεσα με συστηματικά περιστατικά σχολικού εκφοβισμού εναντίον τους.

Καθοριστικό ρόλο στην πρόληψη φαινομένων σχολικού εκφοβισμού εν γένει, αλλά και ειδικότερα ενάντια σε μετανάστες, παίζει η πολιτική παρέμβασης που ακολουθεί το εκάστοτε εκπαιδευτικό πλαίσιο. Έρευνες έχουν δείξει ότι κυρίως οι μαθητές-παιδιά μεταναστών που πέφτουν θύματα εκφοβισμού σπανίως απευθύνονται στους καθηγητές τους, πολλές φορές από φόβο ότι δεν θα τους πιστέψουν ή ότι θα στοχοποιηθούν ακόμη περισσότερο, ενώ, από την άλλη, δεν θα λάβουν την απαραίτητη στήριξη. Επιπλέον, έχει παρατηρηθεί ότι οι ίδιοι οι μαθητές θεωρούν ανεπαρκείς τις παρεμβάσεις των σχολείων σε αντίστοιχα περιστατικά, όπως αποβολές των παιδιών που προβαίνουν σε εκφοβισμό ή απλή ενημέρωση των γονέων.

Οι στόχοι που πρέπει να έχουμε κατά νου για την αντιμετώπιση του φαινομένου αφορούν, πρώτον, την ουσιαστική πρόληψη περιστατικών εκφοβισμού και, δεύτερον, την καλλιέργεια ενός κλίματος ανοχής και αποδοχής της διαφορετικότητας. Η πρόληψη μπορεί να επιτευχθεί με την εγκατάσταση σχολικών ψυχολόγων, προς στήριξη των μαθητών και του εκπαιδευτικού προσωπικού. Επιπλέον, η ενημέρωση τόσο των γονέων όσο και των μαθητών σχετικά με τον σχολικό εκφοβισμό και την πολιτισμική διαφορετικότητα αποτελεί άλλο ένα σημαντικό εργαλείο διαχείρισης του προβλήματος. Οι καθηγητές είναι καλό να λαμβάνουν εξειδικευμένη εκπαίδευση στους τρόπους αντιμετώπισης του φαινομένου, καθώς και να είναι ενήμεροι για την αυξημένη πιθανότητα περιστατικών εκφοβισμού ενάντια σε μαθητές. Ιδιαίτερα χρήσιμη θα ήταν η ανάπτυξη μεικτών ομάδων αυτοβοήθειας, όπου οι μαθητές δεν θα διαχωρίζονται σε Έλληνες και «μη», και θα συνεργάζονται με σκοπό την αλληλοβοήθεια στα μαθήματα και στις σχολικές δραστηριότητες, καθώς και την εξάσκηση στη μεταξύ τους επικοινωνία.

Βασικό μέλημα του εκπαιδευτικού συστήματος θα πρέπει να είναι η δημιουργία ενός πλαισίου αλληλεγγύης, όπου τα σχολεία θα υπολογίζουν τις ανάγκες των μαθητών εν γένει και θα δίνουν βάση στην αποδοχή των παιδιών μεταναστών ‒ για τους οποίους η έννοια της αποδοχής ήταν πιθανότατα άγνωστη ακόμη και πριν καταφύγουν σε μια ξένη για εκείνους χώρα. Η παιδεία και η ανοιχτή επικοινωνία είναι οι κύριοι σύμμαχοί μας για τη σωστή ανάπτυξη των παιδιών μας και τη βελτίωση της κοινωνίας την οποία τους κληροδοτούμε.

 

 

Βιβλιογραφία:

 

Lim, S. J. J., & Hoot, J. L. (2015). Bullying in an increasingly diverse school population: A socio-ecological model analysis. School Psychology International, 36(3), 268-282.

 

Mthethwa-Sommers, S., & Kisiara, O. (2015). Listening to students from refugee backgrounds: Lessons for education professionals. Penn GSE Perspectives on Urban Education, 12(1), n1.

 

Peker, H. (2020). The effect of cyberbullying and traditional bullying on English language learners’ national and oriented identities. Bartın University Journal of Faculty of Education, 9(1), 185-199.

 

Samara, M., El Asam, A., Khadaroo, A., & Hammuda, S. (2020). Examining the psychological well‐being of refugee children and the role of friendship and bullying. British journal of educational psychology, 90(2), 301-329.