«Είμαι η Βάνα των ονείρων μου;»: Άρθρο της Ελένης Τσαγκαράκη, κοινωνικής λειτουργού, Κέντρο Ημέρας «Franco Basaglia» ΕΠΑΨΥ, στη Free Sunday (21/11/2021)

«Είμαι η Βάνα των ονείρων μου;»: Άρθρο της Ελένης Τσαγκαράκη, κοινωνικής λειτουργού, Κέντρο Ημέρας «Franco Basaglia» ΕΠΑΨΥ, στη Free Sunday (21/11/2021)

Τις προάλλες χαζεύοντας την επικαιρότητα των social media μού τράβηξε την προσοχή ένα post που αφορούσε μια προσωπικότητα πασίγνωστη, που έχαιρε τεράστιας εκτίμησης και θαυμασμού από το κοινό και η οποία τελευταία λιθοβολείται: τη Βάνα Μπάρμπα.

Αυτού του είδους τον λιθοβολισμό σε δημόσια πρόσωπα τον έχουμε παρακολουθήσει τόσο πολύ τον τελευταίο καιρό, που έχει γίνει συνήθεια. Συγκεκριμένα, το θέμα για το οποίο πολλά δημόσια πρόσωπα έχουν μιλήσει και είτε έχουν εξυψωθεί είτε έχουν κατακριθεί βάναυσα είναι το κίνημα #metoo. Χαρακτηριστικό είναι ότι αυτός ο λιθοβολισμός γίνεται σε ανθρώπους που κάποτε θαυμάζαμε ή είχαμε κάτι καλό να πούμε για την πορεία τους ή έστω βγάζαμε ένα αναφώνημα θετικά προσκείμενης διάθεσης προς το πρόσωπό τους όταν συζητιόταν το όνομά τους.

Μια ανάμνηση από τα νεανικά μου χρόνια, που επανέρχεται όποτε τυχαίνει να τη βλέπω στα μίντια, είναι η εικόνα της Βάνας Μπάρμπα μπαίνοντας στο δωμάτιο ενός φίλου. Την έβλεπες στην ντουλάπα ακριβώς μπροστά σου μόλις έμπαινες, σε μια τεράστια γιγαντοαφίσα, να σε κοιτάζει θελκτικά με ένα υπέροχο ντεκολτέ. Τόσο μεγάλη και τόσο καθηλωτική, που δεν μπορούσες παρά να παραδοθείς στην ονειρεμένη «τελειότητά» της.

Το ερώτημα, λοιπόν, είναι πώς φτάνουμε από τον θαυμασμό και την εκτίμηση στην υποτίμηση και στο «άδειασμα».

Θα ήθελα εδώ να σημειώσω ότι ο παρακάτω συλλογισμός μου δεν σκοπεύει να ελαχιστοποιήσει κοινωνικούς αυτοματισμούς και δεν εξετάζει εσκεμμένα το κοινωνικό και πολιτικό κομμάτι της πατριαρχίας, στο οποίο όλοι εκτιθέμεθα εξίσου, αλλά εστιάζω αποκλειστικά στους ενδοψυχικούς παράγοντες.

Υπάρχουν οι εύκολες απαντήσεις στο παραπάνω ερώτημα: «επειδή παρουσιάζεται να μη μετανιώνει για προηγούμενες δηλώσεις», «επειδή είπε ότι δεν θέλει να τρομάξουμε τα αρσενικά»…

Ίσως όμως για να βρούμε τις απαντήσεις θα πρέπει να μεταστρέψουμε την προσοχή μας στον εαυτό μας. Ποιες είναι οι προσδοκίες μου από τη Βάνα – και οποιαδήποτε «Βάνα»;

Φαίνεται σαν να αναμένουμε από τα δημόσια πρόσωπα να μην έχουν τρωτά σημεία, να μην έχουν σκοτεινές πτυχές, να είναι όντα με πλήρη αρτιότητα στη σκέψη, στην ηθική και στο υπερεγώ τους. Ό,τι ακριβώς προσδοκούν ενδόμυχα ή και έκδηλα και οι γονείς από τα παιδιά τους. Ίσως προσδοκούμε τα δημόσια πρόσωπα να είναι τα πρότυπά μας, οι αψεγάδιαστοι που δεν μπορούμε να είμαστε εμείς (κι αυτό γιατί, προφανώς, απλώς δεν μπορούμε να είμαστε τέλειοι). Αναγκάζομαι, μετά από συνεχείς εσωτερικές μάχες, να αποδεχτώ ότι δεν είμαι τέλεια/-ος/-ο, αλλά δεν αποδέχομαι τη μη τελειότητα του προτύπου μου.

«Εγώ μεγάλωσα πια, εσύ όμως πρέπει να τα κάνεις καλύτερα!» θα πει ο γονιός στο παιδί του. Μέσα σε τέτοιες απλές προτασούλες συχνά κρύβονται και οι μεγάλες προσδοκίες.

Όμως η κάθε προσωπική απογοήτευση, η κάθε προσωπική ματαίωση, είναι ένα μικρό βαρίδι στον ψυχισμό. Εάν δεν έχω τα «εργαλεία», δεν είμαι αρκετά ενδυναμωμένη/-ος/-ο για να αντέξω τις ματαιώσεις και ιδανικά να τις μετουσιώσω ή να τις διυλίσω, θα αναζητήσω ασυνείδητα άλλους μηχανισμούς άμυνας για να ανακουφιστώ. Η προβολή της αποτυχίας σε κάποιον άλλον μού δίνει μια λύση στον πόνο που βιώνω. «Με απογοήτευσε!», «έχασα πάσα ιδέα!», αλλά και χαρακτηρισμοί πιο έντονοι και σκληροί, που βοηθούν στην εκτόνωση μια απογοήτευσης αποθηκευμένης. Όσο μεγαλύτερο φορτίο κουβαλάω, τόσο πιο σφοδρή θα είναι η αντίδραση.

Η κριτική είναι θεμιτή και η δυνατότητα κριτικής μέσω των social media έχει προσφέρει δύναμη στον λόγο όλων. Αυτή η διαδικτυακή συμπεριφορά μαρτυρά πόση δίψα έχουν οι άνθρωποι να μιλήσουν εν γένει – και τα social media έδωσαν φωνή και δύναμη, γιατί ο έχων λόγο ισχυροποιεί το «εγώ» του. Αν το καλοσκεφτούμε, είναι μια μικρή νίκη να σπάμε την εσωτερικότητα και να βγαίνουμε στον (virtual) κόσμο εκφράζοντας την άποψή μας.

Τα συναισθήματα και οι προσδοκίες είναι επίσης θεμιτά, υπηρετούν μια ψυχική λειτουργία. Θαυμάζω ανθρώπους, ταυτίζομαι με αυτούς δημιουργικά και μέσα από αυτό αγαπώ. Διαφωνώ, αναδιαμορφώνω απόψεις, εξελίσσομαι πνευματικά και ψυχικά. Ο τρόπος και η ένταση είναι τα σημεία που ίσως θα είχε νόημα να κοιτάξουμε ξανά και να αναρωτηθούμε: ποιες είναι οι προσδοκίες μου και τι χάνω όταν καταρρίπτονται; Τι «καθρεφτίζω» στο πρόσωπο του άλλου; Ποιοι κίνδυνοι παραφυλάνε όταν τα «άγρια ένστικτα» διοχετεύονται μέσω πληκτρολογίου και μετατρέπονται σε ωμή κακία και επίθεση κατά μέτωπο;

Η σφοδρότητα της αντίδρασης συχνά κρύβει φόβο, φόβο μήπως οι προσδοκίες μου καταρριφθούν. Και εάν αυτό συμβεί, ο φόβος αυτός επιβεβαιώνεται. Για κάποιους, βιώνεται σαν ένα μεγάλο πλήγμα που αδυνατούν να διαχειριστούν. Κι αυτό είναι ένα πληγωμένο εγώ.

Προσδοκούμε –όλο και πιο πολύ στις μέρες μας– την τελειότητα, και γινόμαστε λιγότερο ανθεκτικοί στις «ατέλειες». Κι αυτό το ζήτημα, παρόλο που συμβαίνει δημόσια, είναι πολύ προσωπικό. Αντέχω τις αποτυχίες μου; Άραγε, εγώ, είμαι «η Βάνα των ονείρων μου»;