Συνέντευξη του Χρυσοβαλάντη Παπαθανασίου, δρος Κοινωνικής Ψυχολογίας Aix-Marseille Université, τ. προέδρου ΕΚΚΑ, υπεύθυνου Προγράμματος Ψυχικής Υγείας Προσφύγων ΕΠΑΨΥ, στο iEidiseis.gr (13/11/2021)

Συνέντευξη του Χρυσοβαλάντη Παπαθανασίου, δρος Κοινωνικής Ψυχολογίας Aix-Marseille Université, τ. προέδρου ΕΚΚΑ, υπεύθυνου Προγράμματος Ψυχικής Υγείας Προσφύγων ΕΠΑΨΥ, στο iEidiseis.gr (13/11/2021)

Έχουν οι πρόσφυγες ψυχή;

 

Ο Βαλάντης Παπαθανασίου συνεργάζεται με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες σε ένα πρόγραμμα ψυχικής υγείας προσφύγων που υλοποιεί η Εταιρεία Περιφερειακής Ανάπτυξης & Ψυχικής Υγείας (ΕΠΑΨΥ). Έχει τη γνώση και την εμπειρία για να μας εξηγήσει τι νόημα έχει η παροχή υπηρεσιών ψυχικής υγείας σε ανθρώπους που δεν ξέρουν μέχρι πότε θα μείνουν στον καταυλισμό, αν θα φτάσουν σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, αν θα τους γυρίσουν στον τόπο από τον οποίο ήρθαν, αν και πότε θα ξαναδούν την οικογένειά τους. Ο ίδιος ξέρει ότι δεν μπορεί να επηρεάσει την πολιτική στο προσφυγικό-μεταναστευτικό, την εθνική και την ευρωπαϊκή, αλλά δεν παραιτείται από την προσπάθεια ανακούφισης των πιο ευάλωτων ανάμεσα στους ευάλωτους.

 

Τι σημαίνει παροχή υπηρεσιών ψυχικής υγείας σε πρόσφυγες; Και τι νόημα έχει αυτή η στήριξη όταν δεν ξέρουν αν και πότε θα φύγουν από τον καταυλισμό;

Οι πρόσφυγες αντιμετωπίζουν ιδιαίτερους στρεσογόνους παράγοντες, οι οποίοι δεν σχετίζονται μόνο με τραυματικές εμπειρίες στη χώρα προέλευσης, όπως, για παράδειγμα, διώξεις, βασανιστήρια κ.λπ., αλλά και με γεγονότα τα οποία συνέβησαν κατά τη διάρκεια της μετακίνησης και μετά την εγκατάσταση στη χώρα υποδοχής. Αυτοί οι άνθρωποι έρχονται συνεχώς αντιμέτωποι με την απώλεια. Αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το σπίτι τους, με ό,τι σημαίνει αυτή η λέξη από ψυχολογικής πλευράς, την πατρίδα τους, το περιβάλλον στο οποίο γεννήθηκαν και μεγάλωσαν, συγγενείς και φίλους… αναγκάστηκαν να ξεριζωθούν. Κάποιοι από αυτούς έζησαν την απώλεια των δικών τους ανθρώπων κατά το μακρύ ταξίδι της προσφυγιάς, είτε επειδή χάθηκαν και αγνοούνται είτε επειδή απεβίωσαν. Είναι σοκαριστικός ο αριθμός των προσφύγων που χάνουν τη ζωή τους στη θάλασσα κάθε χρόνο. Όλοι θυμόμαστε την περίπτωση του τρίχρονου Αϊλάν που πνίγηκε στα νερά του Αιγαίου μαζί με τον αδερφό του και τη μητέρα τους και η σορός του ξεβράστηκε στα τουρκικά παράλια. Δεν θα ξεχάσω τη δήλωση του πατέρα του μικρού Αϊλάν ότι η μόνη επιθυμία του ήταν να επιστρέψει στη Συρία για να θάψει τους γιους και τη γυναίκα του και να θαφτεί κι αυτός δίπλα τους. Για εκείνον, η ζωή είχε τελειώσει. Αυτά τα τραυματικά γεγονότα, αλλά και οι ψυχοπιεστικές συνθήκες στη «νέα πατρίδα», όπως παράτυπη διαμονή, διαβίωση σε επισφαλείς συνθήκες κ.λπ., μπορεί να οδηγήσουν σε σοβαρές ψυχικές διαταραχές, ακόμα και σε αυτοκτονία. Τα πιο συνήθη ψυχιατρικά προβλήματα είναι η κατάθλιψη και η διαταραχή μετατραυματικού στρες, που σχετίζονται με αυτό που αποκαλούμε «τραυματική μετανάστευση». Αναμφισβήτητα, ένας από τους παράγοντες που ασκούν ιδιαίτερη πίεση στον ψυχισμό των προσφύγων και αιτούντων άσυλο, οι οποίοι είναι σε κατάσταση αναμονής για μια διοικητική απόφαση που θα επηρεάσει όλη τους τη ζωή, είναι η αβεβαιότητα στην οποία αναφέρεστε. Η ζωή όλων μας εμπεριέχει αβεβαιότητα. Η αίσθηση της αβεβαιότητας είναι εντονότερη σε κάποιους κοινωνικά μη προνομιούχους, όπως οι πρόσφυγες. Γνωρίζουμε ότι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά των ψυχικών διαταραχών είναι η ελλιπής ανοχή στην αβεβαιότητα. Ως άνθρωποι, έχουμε την ανάγκη να νιώθουμε ασφαλείς στο εδώ και τώρα, αλλά και στο μέλλον. Όταν η ασφάλεια απουσιάζει, ο κόσμος γίνεται επικίνδυνος και απειλητικός. Η έλλειψη ασφάλειας αποτελεί τραύμα. Ο άνθρωπος χρειάζεται να διαθέτει επαρκείς πόρους, για να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της καθημερινότητας, είτε πρόκειται για ένα προστατευτικό κοινωνικό δίκτυο είτε για τη γνώση τρόπων αποτελεσματικής διαχείρισης. Και εδώ ερχόμαστε εμείς, από τη μια για να εκπαιδεύσουμε το άτομο στην ανοχή στην αβεβαιότητα, ενδυναμώνοντας την ψυχική ανθεκτικότητά του, και από την άλλη για να του παράσχουμε ένα δίχτυ προστασίας σε συνθήκες κρίσης. Στα δύσκολα ξέρει ότι υπάρχει κάποιος εκεί, για να τον στηρίξει. Αυτό ακριβώς κάνει το Προσωπικό Ψυχοκοινωνικής Παρέμβασης στην Κοινότητα, γνωστό με το λατινικό αρκτικόλεξο CPW (Community Psychosocial Workforce). Η αβεβαιότητα υπάρχει μέσα στο ΚΥΤ, αλλά και έξω από αυτό, υπάρχει στην Ελλάδα σήμερα, αλλά και σε κάποια άλλη χώρα αύριο. Η ανοχή σε αυτήν είναι δεξιότητα ζωής.

 

Μήπως η ψυχιατρική φροντίδα είναι ένας τρόπος να απαλλαγεί από τις τύψεις της η διεθνής κοινότητα;

Στο μάθημα της Ιστορίας διδαχτήκαμε ότι η διπλωματία και γενικότερα η πολιτική δεν έχουν συναισθήματα. Σκεφτείτε τους λόγους που κάποιος άνθρωπος αναγκάζεται να εγκαταλείψει την εστία του, τη γη των προγόνων του. Τις περισσότερες φορές οι λόγοι είναι πολιτικοί. Πόλεμοι –διακρατικοί και εμφύλιοι–, δικτατορίες, πραξικοπήματα, πολιτικές αποσταθεροποιήσεις κ.λπ. οδηγούν σε αναγκαστικό εκτοπισμό εκατομμύρια ανθρώπους σε όλη τη γη. Φυσικά, ρόλο παίζει και το κυρίαρχο πολιτικο-οικονομικό σύστημα, που στηρίζεται στο άκρατο κέρδος των λίγων σε βάρος των πολλών, δημιουργώντας ένα άκρως ανταγωνιστικό κλίμα σε παγκόσμιο επίπεδο και αυξάνοντας τις ανισότητες τόσο μεταξύ των κρατών όσο και στο εσωτερικό τους. Σήμερα δαπανώνται υπέρογκα ποσά προκειμένου να μετριαστούν οι βλαβερές συνέπειες των εφαρμοζόμενων πολιτικών. Τα χρήματα δεν επενδύονται για την ανάπτυξη των αναπτυσσόμενων κρατών αλλά για τη μείωση της βλάβης των συνεπειών στα αναπτυγμένα κράτη. Το προσφυγικό και το μεταναστατευτικό είναι «καυτά» θέματα που απειλούν τη συνοχή των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.). Κι αυτό, γιατί δεν έχουν μόνο οικονομικές διαστάσεις (διαμερισμός του πλούτου κ.λπ.) αλλά εγείρουν ιδεολογικά ζητήματα που σχετίζονται με το έθνος-κράτος. Δείτε την περίπτωση των μετεγκαταστάσεων των ασυνόδευτων ανηλίκων. Είχε ανακοινωθεί ένα πολύ φιλόδοξο πρόγραμμα, το οποίο, δυστυχώς, απέτυχε. Αυτή είναι η αλήθεια, παρά τις κυβερνητικές προσπάθειες να επικοινωνηθεί το αντίθετο. Και απέτυχε γιατί πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις είναι πρόθυμες να δαπανήσουν τα χρήματα των φορολογουμένων τους για να παραμείνουν οι πρόσφυγες στην Τουρκία και στην Ελλάδα και να μη μετεγκατασταθούν στις δικές τους χώρες. Οι πολίτες των κρατών-μελών αντιλαμβάνονται τις διενέξεις μεταξύ των εθνικών κυβερνήσεων. Σύμφωνα με την έρευνα «Parlementer 2020», το 47% των Ευρωπαίων πολιτών και το 70% των Ελλήνων πολιτών πιστεύουν ότι το βασικό θέμα στο οποίο παρατηρούνται διαφωνίες μεταξύ της Ε.Ε. και των εθνικών κυβερνήσεων είναι το μεταναστευτικό/προσφυγικό. Παρόλο που η μεταναστευτική πολιτική θεωρείται εσωτερική υπόθεση των κρατών-μελών της Ε.Ε., τα ζητήματα που τίθενται προς διαχείριση αναφορικά με το προσφυγικό δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν αποκλειστικά από τις κεντρικές εθνικές κυβερνήσεις και απαιτούν τη σύμπραξη και συνέργεια πολλών άλλων φορέων, όπως διεθνών οργανισμών, οργανώσεων από την κοινωνία των πολιτών, προσφυγικών κοινοτήτων κ.ά. Το πρόγραμμα CPW της ΕΠΑΨΥ και της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες είναι απόδειξη αυτού. Μιλάμε για τη σύμπραξη ενός διεθνούς οργανισμού και μιας ΜΚΟ που υλοποιούν ένα πρόγραμμα παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας σε πρόσφυγες/αιτούντες άσυλο, καλύπτοντας το κενό του κράτους.

 

Μήπως σας χρησιμοποιούν ως άλλοθι μιας βαρβαρότητας απέναντι στους πρόσφυγες;

Πράγματι, έχει υπάρξει μια μειοψηφία επαγγελματιών ψυχικής υγείας που έχει διαδραματίσει «περίεργο» ρόλο κατά τη διάρκεια κρίσιμων πολιτικών συγκυριών. Είναι ευρέως γνωστό ότι ψυχολόγοι σχεδίασαν πρόγραμμα «ενισχυμένων ανακρίσεων» κρατουμένων, βασανιστηρίων ουσιαστικά, για λογαριασμό της CIA στο Γκουαντάναμο. Κατανοώ την ανησυχία που εμπεριέχει η ερώτησή σας. Ωστόσο, θα ήθελα να επισημάνω ότι, ιστορικά, υπάρχουν επαγγελματίες ψυχικής υγείας που συνέβαλαν στις κοινωνικές αλλαγές και πρωτοστάτησαν στους αγώνες διεκδίκησης των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των πολιτικών ελευθεριών. Προσωπικότητες που με τις γνώσεις και το επιστημονικό κύρος τους επηρέασαν τις εξελίξεις. Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι ο ιδρυτής και επίτιμος πρόεδρος της ΕΠΑΨΥ, καθηγητής Στέλιος Στυλιανίδης, ο οποίος πρωταγωνίστησε στους αγώνες της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης στη χώρα μας. Υπέρμαχος της αποϊδρυματοποίησης και της αποστιγματοποίησης της ψυχικής νόσου, συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση ενός κοινοτικού πλαισίου παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Ο ίδιος ο καθηγητής έθεσε την «κόκκινη γραμμή» σε αυτό το πρόγραμμα. Όπως χαρακτηριστικά έχει πει, σκοπός αυτής της παρέμβασης δεν είναι να «εκπαιδεύσουμε» τους ανθρώπους στο πώς να υποφέρουν σιωπηρά. Υλοποιούμε ένα πρόγραμμα που στηρίζει κοινωνικά και ενδυναμώνει ψυχικά. Επίσης, σημαντική θέση στο εν λόγω πρόγραμμα έχει η συνηγορία. Συμβάλλουμε στο να ακουστεί η φωνή αυτών των ανθρώπων τόσο στην κοινωνία όσο και στα κέντρα λήψης αποφάσεων.

 

Το κέντρο της Σάμου είναι φυλακή ή ένας αξιοπρεπής χώρος φιλοξενίας;

Το ΚΥΤ στο Βαθύ της Σάμου, ιδιαίτερα ο χώρος γύρω από την «επίσημη» δομή που ήταν γνωστός ως «ζούγκλα», χαρακτηριζόταν από τα διεθνή ΜΜΕ ως «ο καταυλισμός της ντροπής» και αποτελούσε, πράγματι, όνειδος για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Οι συνθήκες διαβίωσης ήταν άθλιες, οι εικόνες που έκαναν τον γύρο του κόσμου προκαλούσαν βαθιά θλίψη. Τον προηγούμενο μήνα πραγματοποιήθηκε η μεταφορά των προσφύγων από το παλιό στο νέο ΚΥΤ, το οποίο βρίσκεται στη θέση «Ζερβού», μακριά από τον αστικό ιστό. Με τον τρόπο αυτόν επιχειρείται ένας σαφής διαχωρισμός μεταξύ «ημών», των γηγενών, και των «άλλων», των ξένων, των διαφορετικών. Ο «άλλος» απομονώνεται, όχι μόνο συμβολικά αλλά και πραγματικά. Τα υπερσύγχρονα μέσα ασφαλείας και παρακολούθησης που χρησιμοποιούνται (κλειστό σύστημα παρακολούθησης με «έξυπνο» λογισμικό, θερμικές κάμερες κ.ά.) κάνουν το νέο ΚΥΤ να θυμίζει το «Πανοπτικόν» του Φουκώ. Πρόκειται για μια δυστοπική κοινότητα, οργουελικής έμπνευσης, όπου όλοι και όλα παρακολουθούνται και για την οποία δαπανήθηκαν 43 εκατ. ευρώ από τα ευρωπαϊκά ταμεία. Τόσο η «ζούγκλα» όσο και το «Πανοπτικόν» αποτελούν χώρους πυροδότησης του τραύματος και επανατραυματισμού. Επίσης, το ΚΥΤ είναι ένας «νεκρός» χώρος, χώρος αδράνειας, όπου επικρατεί «νεκρός» χρόνος, χρόνος παθητικότητας. Όπως επισημαίνει χαρακτηριστικά ο καθηγητής Ρένος Παπαδόπουλος, ο οποίος έχει μακρά κλινική εμπειρία με πρόσφυγες, ένας πρόσφυγας είναι ευάλωτος όταν παραμένει αδρανής σε έναν καταυλισμό, παλεύοντας μόνος με τις αντιξοότητες, ενώ ο ίδιος άνθρωπος δεν θα είναι ευάλωτος εάν σχετιστεί με άλλους ανθρώπους και δράσει. Σε τέτοιους, λοιπόν, χώρους οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας πρέπει να είναι παρόντες, προκειμένου να ενεργοποιήσουν, να ενδυναμώσουν και να εμπνεύσουν. Όταν δεν υπάρχει δράση, δεν υπάρχει ζωή. Οι αυτοτραυματισμοί είναι συχνό φαινόμενο στα ΚΥΤ. Οι ίδιοι οι πρόσφυγες αναφέρουν ότι ο αυτοτραυματισμός τούς βοηθάει να νιώσουν «ζωντανοί». Ζωντανοί σε έναν νεκρό χωροχρόνο. Οι άνθρωποι αυτοί πρέπει πρωτίστως να επιζήσουν. Και για να επιζήσουν, χρειάζεται όλη αυτή την εμπειρία να τη νοηματοδοτήσουν με έναν τρόπο που θα τους δίνει ώθηση για ζωή, που θα οδηγεί σε δράση. Να μην είναι το μοναδικό ερέθισμα ζωής ο πόνος του κοψίματος της σάρκας. Ο Βίκτορ Φρανκλ, Βιεννέζος νευρολόγος-ψυχίατρος και επιζών του Ολοκαυτώματος, βίωσε ακραίες καταστάσεις κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Σε αντίθεση με άλλους Εβραίους κρατούμενους, από τους οποίους έλειψε η ελπίδα και υπέκυψαν, κρατήθηκε στη ζωή χάρη στην αγάπη για τη σύζυγό του και στην επιθυμία του να μοιραστεί τις εμπειρίες του από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Αυτά συνέθεσαν το προσωπικό του νόημα που τον κράτησε στη ζωή. Όπως υποστηρίζει, η ζωή που βρίσκεται υπό διωγμό δεν έχει καμία ελπίδα αν δεν έχει κάποιο νόημα. Και αυτό ακριβώς το νόημα προσπαθούμε να βοηθήσουμε να βρουν έφηβοι και νεαροί πρόσφυγες που διαβιούν στο ΚΥΤ της Σάμου. Το πρόγραμμα που υλοποιούμε εκεί αυτόν τον καιρό στηρίζεται –όπως και αυτό της Αθήνας– στη φιλοσοφία της στήριξης ομοτίμων, γνωστής με την αγγλική ονομασία «peer support». Ειδικά εκπαιδευμένοι έφηβοι και νεαροί πρόσφυγες του ΚΥΤ θα υποστηρίζουν ψυχοκοινωνικά συνομήλικους και νεότερους σε ηλικία συμπατριώτες τους, με την εποπτεία και τη βοήθεια ψυχολόγων, αλλά και ομοεθνών τους που εργάζονται ως CPWs. Τα παιδιά αυτά θα έχουν την ιερή αποστολή να κρατήσουν τη φλόγα της ελπίδας άσβεστη και να συμβάλουν στην αναζήτηση του νοήματος της ζωής, που είναι η κινητήρια δύναμη των πάντων.

 

Βλέπετε αποτελέσματα στην πράξη; Τι δείχνει η κλινική εμπειρία; Σώζονται κάποιοι άνθρωποι χάρη στην παρέμβαση του προγράμματος;

Σε πρόσφατη αξιολόγηση οι ωφελούμενοι του προγράμματος της Αθήνας εξέφρασαν ικανοποίηση από τις παρεχόμενες υπηρεσίες. Ο συναισθηματικός δεσμός που αναπτύσσεται μεταξύ του CPW και του ωφελούμενου συμβάλλει στη διαμόρφωση ενός κλίματος οικειότητας, εμπιστοσύνης και ασφάλειας. Παρομοιάζουν τους CPWs με «φύλακες αγγέλους», οι οποίοι τους προστατεύουν και τους βοηθάνε να αντιμετωπίζουν τα προβλήματα της καθημερινής ζωής. Οι ωφελούμενοι νιώθουν το πρόγραμμα ως το μοναδικό στήριγμα, χωρίς το οποίο «θα είχαν καταστραφεί», όπως χαρακτηριστικά δηλώνει ένας νεαρός Σύρος, πατέρας πέντε παιδιών που ζει με την οικογένειά του σε επισφαλείς συνθήκες. Οι υπηρεσίες ψυχοκοινωνικής υποστήριξης που λαμβάνουν από τους CPWs φαίνεται να συμβάλλουν και στην ανακούφιση των σωματικών συμπτωμάτων εκδήλωσης του άγχους. Συγκεκριμένα, μια ωφελούμενη ανέφερε ότι υπέφερε από κεφαλαλγία σχετιζόμενη με έντονο άγχος και ότι παρατήρησε υποχώρηση του συμπτώματος κατά τη διάρκεια της συμμετοχής της στο πρόγραμμα. Οι CPWs λειτουργούν, επίσης, ως θετικά πρότυπα. Είναι άνθρωποι που έχουν αντιμετωπίσει τις ίδιες ή παρόμοιες δυσκολίες και τα έχουν καταφέρει. Η παρουσία τους και μόνο δημιουργεί ελπίδα.

 

Οι CPWs το αντέχουν όλο αυτό; Δυσκολεύονται; Πώς υποστηρίζονται;

Δεν είναι μόνοι τους σε όλο αυτό. Είναι πλαισιωμένοι από μια ομάδα έμπειρων επαγγελματιών ψυχικής υγείας, ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών, που τους στηρίζουν και τους καθοδηγούν. Το σχέδιο φροντίδας κάθε ωφελούμενου συζητιέται και αποφασίζεται μαζί με τον υπεύθυνο επαγγελματία ψυχικής υγείας που εποπτεύει τον CPW. Επίσης, τους παρέχεται κλινική εποπτεία σε σταθερή βάση, κατά τη διάρκεια της οποίας μπορούν να εκφράσουν τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς τους. Στο πλαίσιο αυτής της εποπτείας υπάρχει μέριμνα στο να προληφθεί πιθανή αναζωπύρωση του δικού τους τραύματος και να καλυφθούν οι ιδιαίτερες ψυχοκοινωνικές τους ανάγκες.