«Ποίηση και ψύχωση: Ένα θεραπευτικό ταξίδι από τον Λόρκα μέχρι τον Σεφέρη που κατέληξε στην “Άβυσσο”»: Άρθρο των Ευγ. Θυμιανού, εικαστικής ψυχοθεραπεύτριας, Φ. Μπαρμπαρέσου, ψυχολόγου, Φ. Βασιλόπουλου, κλινικού ψυχολόγου, ΕΠΑΨΥ, στο iEidiseis.gr (10/10/2021)

«Ποίηση και ψύχωση: Ένα θεραπευτικό ταξίδι από τον Λόρκα μέχρι τον Σεφέρη που κατέληξε στην “Άβυσσο”»: Άρθρο των Ευγ. Θυμιανού, εικαστικής ψυχοθεραπεύτριας, Φ. Μπαρμπαρέσου, ψυχολόγου, Φ. Βασιλόπουλου, κλινικού ψυχολόγου, ΕΠΑΨΥ, στο iEidiseis.gr (10/10/2021)

Ημέρα Τρίτη, ώρα 11:30, το ταξίδι μας ξεκινά

Το Κέντρο Ημέρας «Franco Basaglia» της ΕΠΑΨΥ βρίσκεται σε μια ήσυχη γειτονιά του Αμαρουσίου και είναι μια ανοιχτή δομή παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας στην κοινότητα.

Μία από τις υπηρεσίες του Κέντρου Ημέρας είναι οι ομάδες υποστήριξης ανθρώπων με ψυχικές διαταραχές. Αυτό που στη γλώσσα των ειδικών ψυχικής υγείας ονομάζεται «ψυχοκοινωνική αποκατάσταση». Μία από τις ομάδες αυτές είναι και η ομάδα ποίησης, διάρκειας 50 λεπτών. Η πολυφωνία της ομάδας έγκειται στους δύο συν-συντονιστές και στην ελεύθερη και επί ίσοις όροις συμμετοχή ασκούμενων φοιτητών, ανθρώπων με βίωμα ψυχιατρικής εμπειρίας αλλά και εθελοντών.

Η σεζόν 2020-2021 ήταν μία πολύ δύσκολη περίοδος. Οι συνθήκες της πανδημίας μάς ανάγκασαν να πραγματοποιούμε τις συναντήσεις μας από απόσταση. Από την αρχή ήταν αισθητό πως έλειπε ένα θεμελιώδες κομμάτι της ανθρώπινης επαφής από την ομάδα. Χωρίς το σώμα η επικοινωνία χάνει μία από τις διαστάσεις της, μοιάζει πιο επίπεδη, πιο φορμαλιστική, λιγότερο ζωντανή. Μια τέτοια συνάντηση δεν μπορεί να είναι ποτέ πλήρης. Για πολλούς από εμάς ήταν μια περίοδος προσαρμογής στη νέα συνθήκη, ενώ άλλοι καλούνταν να μας γνωρίσουν πρώτη φορά μέσα από την οθόνη του υπολογιστή, χωρίς ποτέ να μας έχουν συναντήσει από κοντά.

Ξεκινώντας την πορεία μας στην ομάδα, πρώτος στόχος είναι να δημιουργήσουμε μια σύνδεση με τους συνοδοιπόρους μας. Η σύνδεση αυτή συχνά φοβίζει στην αρχή. Η προσμονή της έκθεσης στα υπόλοιπα μέλη μπορεί να τρομάζει, μπορεί να μας κάνει να βλέπουμε την ομάδα σαν αφιλόξενη και μακρινή, να επιλέγουμε να παραμείνουμε επιφυλακτικοί παρατηρητές. Προκειμένου να βρεθεί το θάρρος να ανοιχτούμε, ο χώρος είναι πολύ μεγάλης σημασίας. Με τον χώρο εννοούμε τόσο τον πραγματικό χώρο όσο και την ομάδα ως συμβολικό χώρο συνάντησης. Η καλλιέργεια μιας εξοικείωσης με τον χώρο αυτόν μας δίνει την ασφάλεια να κάνουμε πιο θαρραλέα βήματα και για τη δική μας συμμετοχή. Όμως η απώλεια της σωματικής επικοινωνίας και του κοινού χώρου που υφιστάμεθα την εποχή του lockdown μπορεί να κάνει την ομάδα να μοιάζει μακρινή και αποξενωμένη. Σε τέτοιες αποστειρωμένες συνθήκες, πώς βρίσκει κανείς το θάρρος να ξεκινήσει τη συχνά επώδυνη διαδικασία του μοιράσματος της προσωπικής εμπειρίας, την έκθεση των προσωπικών του δυσκολιών και των βαθύτερων συναισθημάτων του;

Εδώ έρχεται το ποίημα, για να μας δώσει έναν νέο τρόπο επικοινωνίας και τα εργαλεία που χρειαζόμαστε για να γεφυρωθούν τα χάσματα της απόστασης. Το ποίημα γίνεται σε αυτή τη συνθήκη ο νέος χώρος συνάντησής μας, που έρχεται να υποκαταστήσει τον πραγματικό χώρο, που δεν μπορούμε να μοιραστούμε. Οι πορείες μας, από τα διάφορα διακριτά σημεία όπου βρισκόμαστε αρχικά σαν μέλη, τέμνονται στο σημείο της εμπειρίας του ποιητή. Καθώς προσεγγίζουμε την εμπειρία αυτή, η ικανότητά μας να συναισθανθούμε με τον ποιητή, γίνεται και η ικανότητά μας να συναισθανθούμε ο ένας με τον άλλον. Νιώθουμε ότι είμαστε πιο κοντά, ότι γνωριζόμαστε καλύτερα, ακόμη και αν ο καθένας ξεχωριστά από εμάς δεν έχει μιλήσει πολύ για τον εαυτό του. Δεν χρειάζεται. Η εμπειρία του ποιητή φέρει και τη δική μας εμπειρία, η φωνή του είναι και η δική μας φωνή, και η επικοινωνία μας μπορεί να γίνει υποδόρια μέσα από το ποίημα. Η χαρά του ποιητή, η οδύνη του, η μοναξιά του, ξέρουμε ότι είναι και δικά μας, μας φαίνονται συχνά γνώριμα και, ακούγοντάς τα στην ομάδα, καταλαβαίνουμε ότι είναι γνώριμα και σε άλλους.

Από την άλλη, το θάρρος του ποιητή να εκτεθεί σ’ εμάς μας δίνει το θάρρος, αλλά συχνά και την ανάγκη, να ανοιχτούμε με τη σειρά μας. Το ποίημα δεν είναι μόνο πεδίο σύγκλισης για την εμπειρία μας αλλά και χώρος διαφοροποίησης. Η ταύτισή μας με τον έναν ή τον άλλον ποιητή, η συγκίνηση που μας προκαλεί ο ένας ή ο άλλος στίχος, αλλά και οι επιλογές των δημιουργών που φέρνουμε για να μοιραστούμε με την ομάδα, είναι τρόποι να συστήσουμε τον εαυτό μας, να πούμε κάτι για εμάς. Τρόποι που δεν απαιτούν περίφραση και προσωπική αφήγηση αλλά που, παρ’ όλα αυτά, μας σκιαγραφούν.

Παράλληλα, η ποίηση μας ταξιδεύει. Είναι ένα μέσο για να ξεφύγουμε από τις ασφυκτικές εικόνες του εγκλεισμού στον εσωτερικό χώρο, αλλά και από την ασφυξία της επανάληψης των ίδιων περιορισμένων κινήσεων από μέρα σε μέρα. Το καταφέρνει αυτό όχι μόνο με τη ζωντάνια των εικόνων που ζωγραφίζει για εμάς ο ποιητής, αλλά και επειδή το ποίημα είναι σπίθα, που αναδαυλίζει τη μνήμη μας και φέρνει ξεθωριασμένες εικόνες και εμπειρίες ξανά στην επιφάνεια.

Σε συνθήκες οθόνης και πανδημίας, η ομάδα αυτή λειτούργησε ως ένας μεγάλος και ικανός περιέκτης των κοινών φόβων και αγωνιών μας. Όπως ο Καβάφης κατάργησε πρώτος τις παραδοσιακές συμβάσεις στην ποίηση, υιοθετώντας τον ελεύθερο στίχο, έτσι και μέσω της ίδιας της ομάδας καταργήθηκαν αφενός οι γεωγραφικές αποστάσεις, αφετέρου η σύμβαση του διπόλου «ψυχική υγεία – ψυχική ασθένεια». Η ομάδα έγινε ένας κοινός ασυνείδητος τόπος έκφρασης των Λαιστρυγόνων και των Κυκλώπων που κρύβουμε μέσα μας.

Μέσα από αυτό το κείμενο θέλουμε να μοιραστούμε το κατάστρωμα στο οποίο ταξιδέψαμε από τον Σεπτέμβριο του 2020 μέχρι και τον Ιούλιο του 2021. Ταξιδέψαμε στην άγρια θάλασσα του Ποσειδώνα, πέσαμε στις παγίδες των Λαιστρυγόνων και γίναμε φίλοι με τους Κύκλωπες («Ιθάκη», 1911, Καβάφης). Κοιτάξαμε με δέος την «πόλι» στεκόμενοι στο Πρώτο Σκαλί (1899, Καβάφης). Δεν χρειαστήκαμε κλειδί ή Αντικλείδια (1988, Παυλόπουλος). «Η πόρτα ήταν ανοιχτή».

 

Ημέρα Τρίτη, ώρα 11:30, το ταξίδι μας συνεχίζεται

Βρισκόμαστε στην Ισπανία το 1927, ένας από τους πρώτους μεγάλους ποιητές που γνωρίσαμε ήταν ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Η ποίησή του δυσνόητη, στρέφεται γύρω από την επανάσταση, τον έρωτα και τον θάνατο. Μας ανέλυσε πως το βάθος των στίχων του οφείλεται στις εικόνες που δημιουργεί περιγράφοντας στοιχεία της φύσης που καμουφλάρουν την πραγματικότητα. Στη Μακρόνησο βρήκαμε τον Τάσο Λειβαδίτη, μοιράστηκε μαζί μας μερικά ποιήματά του και μας προσκάλεσε να «Ονειρευτούμε έναν καλύτερο κόσμο» – ήταν ευθύς και ειλικρινής απέναντί μας, στοιχείο που εντοπίσαμε και στην ποίησή του. Λίγο πριν φύγουμε, ακούσαμε το μελοποιημένο ποίημα «Αλλά τα βράδια» που ντύθηκε με τη μουσική του Γιώργου Τσαγκάρη και ερμηνεύτηκε από τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου – μπορούσαμε πλέον να συνεχίσουμε το ταξίδι μας. Σε ένα καφενείο είχαμε την τύχη να συναντήσουμε τον ιδρυτή της Παλαμικής Σχολής, Κώστα Παλαμά, πρωτοπόρο του ρομαντισμού στην Ελλάδα, και μας εξήγησε πώς να αντιλαμβανόμαστε τη «λυρική σκέψη» στην ποίηση.

Βουτήξαμε στο βάθος του κόσμου του Βρεττάκου για να εντοπίσουμε «τι είναι αυτό που ταράζει τον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης». Ταξιδεύοντας στην Πράγα, σε ένα στενό σοκάκι, παρουσιάστηκε μπροστά μας ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε. Επηρεασμένος από τον γαλλικό ιμπρεσιονισμό, μας μίλησε για την αξία του ερωτικού συναισθήματος, πουν κατά τον ποιητή, μπορεί να υπάρχει και αυτόνομα, χωρίς την προοπτική της συνύπαρξης με το αγαπημένο πρόσωπο. Άλλωστε, «ο έρωτας λαμβάνει την πιο τραγική και έντονη διάστασή του όταν δεν βρίσκει την πολυπόθητη ανταπόκριση». Σε μια βόλτα μας στον Πειραιά είδαμε τον Οδυσσέα Ελύτη σε ένα βιβλιοπωλείο. Βαθιά επηρεασμένος από τον γαλλικό υπερρεαλισμό και τη δημοτική, δημιούργησε μια νέα μορφή ποίησης. Ένα συνονθύλευμα εικόνων χωρίς εξωτερική λογική συνοχή, όλες όμως πηγάζουν από την ίδια ψυχική κατάσταση και μας δημιούργησαν ένα κοινό συναίσθημα. Η απόκλιση από την κοινή λογική μάς προκάλεσε ένα δημιουργικό ξάφνιασμα, βοηθώντας μας να αντιληφθούμε τον κόσμο μέσα από τις αισθήσεις μας και κυρίως τον έρωτα.

Κάνοντας βόλτα στο κατάστρωμα ενός πλοίου είδαμε τον Νίκο Καββαδία να καπνίζει την πίπα του. Είναι ίσως ο μόνος ποιητής που γνωρίσαμε που αξίζει τον χαρακτηρισμό του απόλυτα βιωματικού στην ποίησή του. Μιλάει πάντα για τα καράβια όπου έζησε, τους έρωτες που βίωσε, τους καβγάδες και τους θανάτους στα λιμάνια. Η γραφή του ήταν περίπλοκη, μια μείξη της γλώσσας των ναυτικών συνοδευόμενη με κάποιους ιδιωματισμούς της Κεφαλλονιάς. Μας έμαθε να «αγαπάμε σε τούτον τον κόσμο – ό,τι κλαίει, γιατί μοιάζει μ’ εμάς.» Στο Ναύπλιο ακολουθήσαμε τον Νίκο Καρούζο από την απόλυτη θρησκευτικότητα μέχρι την απόλυτη εκμηδένιση της γλώσσας. Η μεταφυσική του διάσταση μας έσπρωξε πέρα από τα όρια του εγώ, προς τη συγχώνευση με το αισθητό σύμπαν. «Η ιστορία φυσικά δε μας περιμένει στη στάση του τρόλεϊ». Σε ένα καράβι για την Κωνσταντινούπολη αντικρίσαμε τον Γεώργιο Βιζυηνό, μίλαγε με τις ώρες για την ιδιαίτερη πατρίδα του και αντλούσε υλικό από προσωπικές οικογενειακές στιγμές και την παράδοση. Το υλικό αυτό, ενισχυμένο από το στέρεο υπόβαθρο της παιδείας του και την επιστημονική γνώση της ψυχολογίας, ενσωματωμένο σε μια πλούσια γλώσσα υψηλού ήθους, διοχετεύεται στα διηγήματά του, με τον τρόπο αυτόν ο Βιζυηνός αναπτύσσει τη μυθοπλασία του. Κάπου στα μέσα του ταξιδιού μάς αποκάλυψε ότι πάσχει από κατάθλιψη, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να γίνει πρωτοπόρος και να ανοίξει τον δρόμο της νεοελληνικής διηγηματογραφίας. Συνομιλήσαμε με τις σκιές του Θέμελη και περιπλανηθήκαμε μαζί τους χωρίς φόβο. Κάναμε βουτιά στα όνειρα του Σινόπουλου για να αντικρίσουμε τη φθορά του υπόγειου, εσωτερικού μας κόσμου. Ο Γκιγιέν (1900) μας καθοδήγησε στα μονοπάτια της κουβανέζικης ποίησης, όπου μάθαμε να εκτιμούμε την αξία της ανθρώπινης ζωής και να μαχόμαστε για το αύριο.

Το 1920 κατευθυνθήκαμε προς την Αθήνα. Μείναμε άφωνοι μπροστά στον συμβολισμό του Καρυωτάκη και παρακολουθήσαμε τον σπαραγμό μιας γενιάς ποιητών που δεν είχαν να κρατηθούν από τίποτα μπρος στο χάος του πολέμου. Στο ταξίδι αυτό μάς κράτησαν συντροφιά δυο στίχοι, «Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις, είναι το καταφύγιο που φθονούμε», κι έτσι συνεχίσαμε. Έπειτα κάπου στα στενά της Αθήνας ο Καρυωτάκης μάς σύστησε τη Μαρία Πολυδούρη, μία από τις λίγες γυναίκες που έγραφαν ποίηση. Τα λόγια της ήταν βαριά και μελαγχολικά. Μας μίλησε για την ψυχική της ασθένεια και για το πόσο εύκολα μπορούν να σε χειριστούν και να σε εκμεταλλευτούν κακόβουλοι άνθρωποι. Με αφορμή τον αστερισμό του Σείριου και βαθιά επηρεασμένος από το ποίημα «En Sirio hay niños» του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, ο Γκάτσος μάς αφηγήθηκε μια ιστορία για κάποια παιδιά που ζουν ανέμελα και χαρούμενα, μέχρι τη στιγμή που συνειδητοποιούν ότι κατοικούν στο πλανήτη γη – τότε έρχεται η πτώση.

Κάπου στις αρχές του 1930 συναντήσαμε τον Σεφέρη, πρωτοπόρο ποιητή της γενιάς του, που άνοιξε δρόμους για να ξεχυθεί η νεοελληνική ποίηση. Μας προκάλεσε ένα αίσθημα σιγουριάς καθώς βαδίζαμε στα σκοτεινά και δύσκολα μονοπάτια της ποίησης της γενιάς του, γεμάτα με δυστυχία, και μίλησε με πάθος για τη σημασία του έρωτα στη ζωή του ανθρώπου. Το 1930 στην πολύβουη Αθήνα συναντήσαμε τον Γιάννη Ρίτσο και ερωτευτήκαμε μέσα από τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος». Η ποίησή του ήταν ιδιαίτερη, πέρασε από τον νεορομαντισμό, στον νεοσυμβολισμό και τέλος στον εξπρεσιονισμό. Ο αντικειμενικός κόσμος εμπλέκεται με τον υποκειμενικό, δημιουργώντας ένα άπταιστο ποίημα. Ξαφνικά η έμπνευση μας χτύπησε την πόρτα. Καθίσαμε όλοι σιωπηλά, σκεπτόμενοι όσα είχαμε δει, όσα είχαμε ακούσει, όσα είχαμε αισθανθεί. Οι λέξεις βγήκαν εύκολα, αβίαστα, κι έπειτα από λίγο πολλοί από εμάς είχαν δημιουργήσει το δικό τους ποίημα. Νιώθαμε πλέον έτοιμοι να συνεχίσουμε το ταξίδι μας.

Ο Λουντέμης μάς έμαθε να φεύγουμε απ’ οτιδήποτε δεν μας συμπληρώνει, απ’ οτιδήποτε δεν μας κάνει ευτυχισμένους. «Να φεύγουμε απ’ όσα νομίζαμε γι’ αληθινά, μήπως φτάσουμε κάποτε σ’ αυτά». Το 1960 στη Βραζιλία γνωρίσαμε την ποίηση της Martha Madeiros, από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα αποφασίσαμε να μη γίνουμε ποτέ ξανά σκλάβοι της συνήθειας. Στη μακρινή Τσεχία, ο Κάφκα μάς διάβασε τον μοναδικό μύθο που έγραψε ποτέ, με τη μορφή μικρού παραμυθιού, κι ανατριχιάσαμε.

Αντικρίζοντας τις φυσικές εικόνες της ποίησης του Ελύτη, εικόνες μιας Ελλάδας άγριας, ακατέργαστης και σαγηνευτικής παράλληλα, μεταφερόμαστε στα παιδικά μας χρόνια, σε βιώματα ζωής επαρχιώτικης και παιδικής εξερεύνησης του φυσικού τόπου. Ακούγοντας την Πολυδούρη να μας μιλά για τις αγωνίες του νεανικού έρωτα, μεταφερόμαστε στη δική μας νιότη και ξαναζούμε τις δικές μας αγωνίες, αλλά γνωρίζουμε ξανά και τον ενθουσιασμό και τη λαχτάρα που τις συνοδεύει. Και αν ο Ρίτσος ή ο Σινόπουλος μας φέρνουν εικόνες μοναξιάς, απώλειας και φόβου, ακόμη κι αν είναι και δικές μας, μπορούμε με μεγαλύτερο θάρρος να τις αντιμετωπίσουμε, γιατί ξέρουμε πλέον πως ο ενθουσιασμός και ο έρωτας δεν είναι κάτι ξένο, αποκομμένο σε ένα παρελθόν μισοσβησμένο, που μοιάζει σαν να ανήκει σε κάποιον άλλον, αλλά είναι κι αυτό δικό μας. Γιατί μέσα από την ποίηση το παρελθόν δεν εξιστορείται αλλά αναβιώνεται.

 

Ημέρα Τρίτη, ώρα 12:20, το ταξίδι μας ολοκληρώθηκε.

 

 

Συλλογικό Ποίημα Ομάδας

 

Άβυσσος Άβυσσος Άβυσσος

 

Έχει καιρό να με επισκεφτεί η άβυσσος των παθών μου.

Το ηλιοβασίλεμα το παρατηρώ από το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία

Οι νεκροί πηγαίνουν στην Άβυσσο

Το τριαντάφυλλο είναι το λουλούδι του μικρού Πρίγκιπα.

Τα φύλλα ενός τριαντάφυλλου είναι μια άβυσσος, όπως και τα φύλλα του κρεμμυδιού.

Όσο περισσότερα μαδάς, τόσο περισσότερα βγαίνουν, μέχρι στο τέλος να μη βρεις τίποτα στο εσωτερικό.

Οι δροσοσταλίδες πάνω στο τριαντάφυλλο, ντύνονται με ηλιαχτίδα, όταν υπάρχει ηλιοβασίλεμα.

Άβυσσος τα μάτια σου, ηλιοβασίλεμα το βλέμμα σου,

Τριαντάφυλλα τα λόγια σου, μη φύγεις, θα χαθώ…

Είναι κάτι στιγμές, τρυφερές και λεπτές σαν το ηλιοβασίλεμα του Αυγούστου.

Κι όταν η πανσέληνος του Αυγούστου σαν την Άβυσσο πλέον της φύσης

το τριαντάφυλλο πλέον, σκέφτεται να ανθίσει…

Γιατί έτσι όπως κατάντησε η φύση, δεν έχουμε πλέον τέσσερις εποχές.

Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου, χτυπάς μ’ ένα τριαντάφυλλο και βλέπεις το Ηλιοβασίλεμα.

 

Συγγραφείς: Κυριακή, Γιάννης, Ελίνα, Δημήτρης, Μαρία, Αντωνία, Χρυσάνθη