«Γιατρεύει η ποίηση;»: Άρθρο της Φ. Τσαλίκογλου, συγγραφέως, καθηγήτριας Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, στο iEidiseis.gr (10/10/2021)

«Γιατρεύει η ποίηση;»: Άρθρο της Φ. Τσαλίκογλου, συγγραφέως, καθηγήτριας Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, στο iEidiseis.gr (10/10/2021)

Μαργαρίτα Καραπάνου: Είναι μια άλλη μορφή ελπίδας, που ταυτίζεται με τη συνεχή μάχη. Για μένα η μάχη είναι μεγάλη μορφή ελπίδας – για κάτι που ίσως δεν αποκτήσεις ποτέ. Η μάχη η ίδια, όμως, σε κάνει να ζεις.

 

Είμαστε πλάσματα της έλλειψης και της υπέρβασης. Είμαστε ικανοί για «το αγαπάν και να εργάζεσθαι», όπως όριζε ο Φρόυντ την ψυχική υγεία, αλλά ταυτόχρονα είμαστε και πλάσματα ικανά να συρθούμε έως την άκρη του έσχατου πόνου της καταστροφής, να πέσουμε και να σηκωθούμε ξανά και ξανά. Σε αυτή την ανύψωση, σε αυτή τη δυνατότητα αέναης υπέρβασης που διαθέτουμε, ξεχωριστή θέση κατέχει η ποίηση, η γραφή.

Τέχνη είναι η απόδειξη ότι η ζωή έτσι όπως είναι δεν μας είναι αρκετή. Η τέχνη σαν ένα σφυρί του Κάφκα θρυμματίζει την παγωμένη μέσα μας θάλασσα, και δεν μας αφήνει να αντιλαμβανόμαστε ως φυσικό ό,τι αφύσικο μας περιβάλλει. Αν αντιληφθούμε αυτό το θρυμμάτισμα, ειδικά σε αυτούς τους ρευστούς κι αβέβαιους καιρούς, ως γιατρειά, τότε, ναι!, είναι θεραπευτική η τέχνη.

Δεν ήταν εξαιτίας, αλλά παρά την όποια ψυχική νόσο, που σπουδαίοι συγγραφείς δημιούργησαν αριστουργήματα.

Ο νους μου ανεμπόδιστα πηγαίνει στην αδελφική μου φίλη, τη Μαργαρίτα Καραπάνου. Ως φόρο τιμής στη μνήμη της καταθέτω τις σκέψεις της για τη γραφή σε έναν κοινό μας άλλοτε διάλογο. Τότε. Σε ένα άλλοτε κι αλλού*.

 

Μαργαρίτα: Όταν άρχισα να γράφω τον «Υπνοβάτη», αποφάσισα παράλληλα ν’ αφήσω τα εγκόσμια, ήταν χειμώνας, και πήγα στην Ύδρα. Η Ύδρα ήταν άδεια. Φοβερή και άγρια. Στο σπίτι μου δεν δούλευαν τα ηλεκτρικά – βρισκόμουν σε μια κατάσταση φοβερή. Και δεν ήμουν και πολύ καλά. Μια νύχτα σηκώθηκα και είπα: «Τώρα θα γράψω». Κάθισα στο τραπέζι μου και πήγα να γράψω, αλλά δεν μπορούσα καθόλου. Και πήρα το μελάνι και το ήπια. Ένα ολόκληρο μπουκάλι μελάνι. Ήταν κόκκινο μελάνι – είχα μια Mont Blanc τότε κι έγραφα με κόκκινο-μοβ μελάνι, που ήταν σαν αίμα. Άδειασα μέσα μου ένα μπουκάλι μελάνι. Δεν ξέρω γιατί το έκανα, για ποια επανόρθωση πάσχιζα, αλλά θυμάμαι ότι γέμισα κόκκινα όλο μου το πρόσωπο. Ήμουν πολύ δυστυχισμένη εκείνη την ώρα.

Φωτεινή: Aν ερχόταν στην Ύδρα ο Ερνέστο Σάμπατο, θα σου έλεγε «Ο Θεός δεν θα ’γραφε ποτέ μυθιστορήματα. Γράφουμε μυθιστορήματα χάριν της δυστυχήσασας. Ένας ικανοποιημένος, επαρκής άνθρωπος δεν θα ’γραφε ποτέ». Κατάπιες το μελάνι για να κλέψεις τη δύναμή του. Για να μπορέσεις να γράψεις. Οι πρωτόγονοι δημιουργοί, χαράζοντας στις σπηλιές της Αλταμίρας βίσονες, έκλεβαν μαγικά τη δύναμη του σκοτωμένου ζώου για να επιβιώσουν.

Μαργαρίτα: Μέσα από τους ήρωές μας ζούμε κι εμείς τις άλλες ζωές που δεν ζήσαμε. Φωτεινή, είμαι ευγνώμων στη λογοτεχνία. Πώς θα ήμασταν αν δεν υπήρχε;

Φωτεινή: Πίσω απ’ οτιδήποτε γράφουμε ή δημιουργούμε υπάρχει κάτι που έχει χαθεί. Και η κρυμμένη παιδική επιθυμία να ξαναβρείς αυτό που χάθηκε. Να το ξανασυναντήσεις μέσα στο έργο σου.

 

*Τα αποσπάσματα είναι από το διαλογικό βιβλίο «Μήπως; – Μαργαρίτα Καραπάνου – Φωτεινή Τσαλίκογλου».