Συνέντευξη του επ. προέδρου της ΕΠΑΨΥ, Στ. Στυλιανίδη, στο iEidiseis.gr (10/10/2021)

Συνέντευξη του επ. προέδρου της ΕΠΑΨΥ, Στ. Στυλιανίδη, στο iEidiseis.gr (10/10/2021)

Τι να κάνουμε για ποιοτικές υπηρεσίες ψυχικής υγείας, δωρεάν και σε όλους

 

Πρέπει να αλλάξει η κουλτούρα του επείγοντος, να αποδυναμωθεί ο συντεχνιασμός των ψυχιάτρων, να αναπτυχθούν οι άτυπες υπηρεσίες σε κοινοτικό επίπεδο, να καταργηθούν τα ψυχιατρικά νοσοκομεία και να ενισχυθεί η πρωτοβάθμια φροντίδα ψυχικής υγείας τονίζει, μεταξύ άλλων, ο καθηγητής Κοινωνικής Ψυχιατρικής Στέλιος Στυλιανίδης.

 

Πόσο αλλάζει η πανδημία τη σύγχρονη ψυχιατρική;

Η πανδημία άφησε και συνεχίζει να αφήνει ένα συλλογικό ψυχικό τραύμα, σε πολλά επίπεδα, η επεξεργασία του οποίου θα είναι διαφορετική σε ατομικό, κοινωνικό και πλανητικό επίπεδο. Το μεγάλο πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι, ιδιαίτερα για τη χώρα μας και τις άλλες χώρες του μεσογειακού Nότου, τη μακρόχρονη κοινωνικοοικονομική κρίση, με ήδη τεράστιες επιπτώσεις στη σωματική και ψυχική υγεία, διαδέχτηκε η πανδημία.

Όπως έχει ήδη τεκμηριωθεί από διάφορες έρευνες σε διεθνές και εθνικό επίπεδο, τα επίπεδα κατάθλιψης, άγχους, ψυχοσωματικών εκδηλώσεων, οι αντιδράσεις δυσφορίας (γνωστικές, συναισθηματικές, βιολογικές, κοινωνικές), η αύξηση της αυτοκτονικότητας, η επιθετικότητα, η παρορμητικότητα, η προσπάθεια αυτοθεραπείας και ανακούφισης της ψυχικής και κοινωνικής οδύνης με αύξηση της χρήσης αλκοόλ, ουσιών και κατάχρηση μη συνταγογραφούμενων φαρμάκων, αποτελούν νέα κοινωνικά και επιδημιολογικά δεδομένα, τα οποία καλούνται να αντιμετωπίσουν οι υπάρχουσες υπηρεσίες ψυχικής υγείας.

 

Συνδέονται οι ανισότητες με το αποτύπωμα που αφήνει στον ψυχισμό η πανδημία;

Η ανθεκτικότητα κάθε πολίτη και κάθε κοινωνικής ομάδας απέναντι στα επανειλημμένα lockdowns και τις σοβαρότατες συνέπειές τους στην κοινωνική-οικονομική και ψυχική ζωή διαφέρει και εξαρτάται κυρίως από κοινωνικούς προσδιοριστές (social determinants), οι οποίοι υπερβαίνουν τους κλινικούς και γενετικούς-προδιαθεσικούς παράγοντες.

Για παράδειγμα, ο μεγάλος όγκος της διεθνούς βιβλιογραφίας αλλά και ελληνικά ερευνητικά δεδομένα τεκμηριώνουν ότι οι κοινωνικές ανισότητες έχουν μία καθοριστική επίδραση στην ατομική ψυχική υγεία. Όπως φάνηκε και από την οικονομική κρίση, οι αλλαγές σε μακροοικονομικό επίπεδο, η ανεργία, τα αυξανόμενα χρέη των νοικοκυριών και οι τρομακτικές ανισότητες στο οικογενειακό εισόδημα στάθηκαν παράγοντες που αποτέλεσαν υψηλού κινδύνου παραμέτρους για την ψυχική υγεία, ανατροφοδοτώντας έναν φαύλο κύκλο φτώχειας – ενδοοικογενειακής βίας – κοινωνικού αποκλεισμού και άνιση ή μηδενική πρόσβαση στις ήδη ισχνές και δυσλειτουργούσες δημόσιες υπηρεσίες ψυχικής υγείας.

Η πανδημία ανέδειξε ένα τεράστιο έλλειμμα του συστήματος της δημόσιας υγείας, του κοινωνικού κράτους και των κοινοτικών υπηρεσιών ψυχικής υγείας, ελλείμματα τα οποία είναι αδύνατο να καλυφθούν από τον ιδιωτικό τομέα λόγω όλων αυτών των κοινωνικών ανισοτήτων που προαναφέρθηκαν.

 

Για να το πούμε όσο πιο απλά γίνεται: Μπορεί ένας πολίτης που χρειάζεται ψυχιατρική φροντίδα να έχει δωρεάν βοήθεια χωρίς καθυστέρηση;

Οι απαντήσεις που δόθηκαν από την πολιτεία με τις τηλεφωνικές γραμμές στήριξης, όπως και το πιλοτικό πρόγραμμα «Ψ-Υποστηρίζω» για τους υγειονομικούς και τους νοσήσαντες, αποτελούν απλές νησίδες καλής πρακτικής που πιθανόν να μπορούν να σταματήσουν για λίγα άτομα μια ψυχική αιμορραγία και να καλύψουν το επείγον. Το μείζον όμως είναι να αλλάξουμε σε επίπεδο πολιτικής υγείας, κοινωνικού κράτους και εργαζόμενων την κουλτούρα του επείγοντος, τη διαχείριση των αιτημάτων εδώ και τώρα, με οργανωμένες συστημικές αλλαγές που μόνο ένα συνεκτικό σύστημα δημόσιας υγείας μπορεί να δώσει.

Τα αιτήματα είναι τόσο πολλά και περίπλοκα, που είναι αδύνατο ο πολίτης να βρει δωρεάν απάντηση στον χρόνο που τη χρειάζεται. Οι λίστες αναμονής είναι απογοητευτικές. Οι προηγούμενες περικοπές στον προϋπολογισμό υπηρεσιών υγείας και ψυχικής υγείας, στα προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας, οι σοβαρές περικοπές σε μισθούς και συντάξεις, διόγκωσαν τις ήδη υπάρχουσες τεράστιες κοινωνικές ανισότητες στη χώρα μας.

 

Είναι, λοιπόν, μόνο θέμα πόρων;

Τα επιτυχημένα παραδείγματα χωρών που εφάρμοσαν με αποτελεσματικότητα συνεχή παρακολούθηση και αξιολόγηση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας και εφάρμοσαν την κοινωνική λογοδοσία, τις βασικές σύγχρονες αρχές κοινωνικής-κοινοτικής ψυχιατρικής και του αποϊδρυματισμού έθεσαν μια σειρά από προϋποθέσεις, μέρος μόνο των οποίων αποτελεί η αύξηση των πόρων. Σύμφωνα με τη διεθνή εμπειρία, οι προϋποθέσεις είναι οι εξής:

Η ηθική, που διέπει τους μεταρρυθμιστικούς στόχους σε επίπεδο αρχών, φιλοσοφίας και ιδεολογίας, πρέπει να καθορίζει τον εθνικό σχεδιασμό και τη στάση της πολιτείας απέναντι στον ψυχικά ασθενή. Η evidence based practice (επιστημονικά τεκμηριωμένη πρακτική) δεν μπορεί να μην εναρμονίζεται με την ethical or value based practice (πρακτική που στηρίζεται σε ηθικές αρχές και αξίες).

Οι στάσεις των επαγγελματιών ψυχικής υγείας, και ειδικά των ψυχιάτρων, απέναντι στους σκοπούς και στην αναγκαιότητα της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης είναι βαθιά διφορούμενες. Συχνά η επικράτηση μιας συντεχνιακής λογικής που συσκοτίζει θεσμικές, κλινικές, θεραπευτικές και ηθικές ευθύνες (παραβίαση δικαιωμάτων, αναγκαστικές νοσηλείες, μηχανικές καθηλώσεις κ.λπ.) αντιτίθεται σε μια αυθεντική δημοκρατική ατζέντα δημόσιας υγείας. Η αναγκαιότητα ριζικής επερώτησης της ψυχιατρικής εξουσίας, μέσα από τη συστηματική συμμετοχή τόσο των ληπτών όσο και των μελών του υποστηρικτικού τους δικτύου στη λήψη θεραπευτικών αποφάσεων, είναι εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για την αλλαγή του βιοϊατρικού μοντέλου.

Η πολιτική βούληση, δηλαδή ο βαθμός προτεραιότητας που δίνεται στην ψυχική υγεία, η εφαρμογή της νομοθεσίας, η παρακολούθηση, o έλεγχος, η λογοδοσία και η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων των μεταρρυθμιστικών στόχων. Στη χώρα μας, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, η ψυχική υγεία βρίσκεται στο τέλος του καταλόγου των προτεραιοτήτων στον χώρο της υγείας – παρά το τεράστιο οικονομικό, κοινωνικό και ψυχικό βάρος που απορρέει από τη μη θεραπευόμενη ψυχιατρική νοσηρότητα του γενικού πληθυσμού, δηλαδή από ανθρώπους που δεν έχουν πρόσβαση ή ενημέρωση σχετικά με υπηρεσίες ψυχικής υγείας.

Οι πόροι και ο προϋπολογισμός πρέπει να συνδέονται με την παροχή ποιοτικής ψυχιατρικής φροντίδας, που θα συνδυάζεται με συνεχή εκπαίδευση, εποπτεία των νέων επαγγελματιών, προαγωγή καινοτόμων πρακτικών, μείωση του χάσματος μεταξύ νοσηρότητας του πληθυσμού και δυνατότητας πρόσβασης σε υπηρεσίες. Στην ουσία, η χρηματοδότηση και η λογοδοσία για την αποτελεσματική επένδυση των πόρων στην ψυχική υγεία πρέπει να στοχεύει στην ενδυνάμωση του κοινοτικού δικτύου ψυχικής υγείας και στην πλήρη αποδυνάμωση του ασυλικού συστήματος.

 

Αισιοδοξείτε;

Αν η αύξηση των πόρων δεν συνδυαστεί με τη ριζική αλλαγή της κουλτούρας των επαγγελματιών ψυχικής υγείας και ιδιαίτερα του συντεχνιασμού των ψυχιάτρων, δεν θα σταματήσει ο αποκλεισμός από την πολιτική ατζέντα της προτεραιότητας της ψυχικής υγείας ως δημόσιου αγαθού σε συνάρτηση με τις κοινωνικές πολιτικές και τις πολιτικές υγείας. Αν δεν περιοριστούν ο κατακερματισμός, η δυσλειτουργία και το burnout των επαγγελματιών, αν δεν ενδυναμωθεί η ουσιαστική συμμετοχή των ασθενών και των οικογενειών τους στα κέντρα λήψης αποφάσεων, τότε η απάντηση στα νέα πολύπλοκα προβλήματα ψυχικής υγείας, όπως και η εκμετάλλευση της ευκαιρίας που μας δίνει η κρίση για να αλλάξουμε το σύστημα, θα παραμείνουν ελλειμματικές και απογοητευτικά ανεπαρκείς για τις ανάγκες του πληθυσμού.

 

Υπάρχουν καλές πρακτικές σε διεθνές επίπεδο που μπορούν να μεταφερθούν και στη χώρα μας;

Η πανδημία ανέδειξε και αναδεικνύει όχι μόνο τα όρια της ανθεκτικότητας του δημόσιου συστήματος υγείας αλλά και καλές πρακτικές σε επίπεδο επιδημιολογικής επιτήρησης και επαγρύπνησης για το σύνολο του πληθυσμού σε επίπεδο ιχνηλάτησης, ορθολογικότερης αντιμετώπισης των βαρέων κρουσμάτων και τη διαχείριση, μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη, των ζητημάτων ψυχικής υγείας.

Στον ευρωπαϊκό χώρο το παράδειγμα της Δανίας αποτελεί εξαιρετική πρακτική, σύμφωνα με τα υπάρχοντα ερευνητικά δεδομένα, ιδιαίτερα στην απαρτίωση που επετεύχθη της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας με το υπάρχον σύστημα κοινοτικών υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Σε αντίθεση με την Ελλάδα, όπου η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παραμένει παραμελημένο, υποστελεχωμένο και αδύναμο κομμάτι του δημόσιου συστήματος υγείας, στη Δανία –και σε άλλες χώρες– οι φορείς της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας είναι πρώτης προτεραιότητας, καθώς οι ασθενείς με κοινές ψυχιατρικές διαταραχές, όπως π.χ. η κατάθλιψη με υποκείμενο χρόνιο νόσημα ή με παρουσία ψυχοσωματικών συμπτωμάτων, μπορούν να λαμβάνουν την κατάλληλη ιατρική και ψυχοκοινωνική φροντίδα.

Ακόμη και στη Λομβαρδία, που τον πρώτο χρόνο της πανδημίας αποτέλεσε αντιπαράδειγμα, στη συνέχεια οι υγειονομικές αρχές, εγκαταλείποντας συμπράξεις με τον ιδιωτικό τομέα, αναβάθμισαν τον συντονιστικό ρόλο των υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, τη διασφάλιση της συνέχειας της φροντίδας για κάθε άτομο και προοδευτικά, μαζί με άλλες περιοχές της Ιταλίας, κατάφεραν να αποτελέσουν η τοπική υπηρεσία και ο οικογενειακός γιατρός την πύλη εισόδου για πιο εξειδικευμένη φροντίδα, συνεπώς για έγκαιρη αντιμετώπιση ενός ψυχιατρικού προβλήματος.

Ακόμη και σε αναπτυσσόμενες χώρες (περιοχές Ινδίας, Βραζιλίας) όπου έγινε ψυχιατρική μεταρρύθμιση η ενίσχυση της διασύνδεσης της πρωτοβάθμιας φροντίδας με τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας, το χαμηλό κόστος για το κράτος από τις προσφερόμενες δωρεάν υπηρεσίες, η σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας στη φροντίδα και η ταυτόχρονη προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (αποφυγή περιοριστικών μέτρων όπως η αναγκαστική νοσηλεία, η ίση πρόσβαση στο δημόσιο αγαθό) συνέβαλαν στην ουσιαστική μείωση του θεραπευτικού χάσματος (mh GAP) στην ψυχική υγεία.

 

Για να συμβεί αυτό στη χώρα μας, τι πρέπει να γίνει;

Είναι σημαντικό να καταλάβουμε, ώστε να τεθεί ως υψηλή προτεραιότητα στην πολιτική ατζέντα, ότι η ζητούμενη ποιότητα στις παρεχόμενες υπηρεσίες και ο όγκος των αιτημάτων πρέπει να αντιμετωπίζονται πρώτα σε επίπεδο άτυπων υπηρεσιών, ομάδων αυτοφροντίδας, δικτύων αλληλεγγύης στην κοινότητα (οικογένεια, φίλοι, εκκλησία, τοπική αυτοδιοίκηση, κοινοτικοί φορείς), μετά έρχεται η γραμμή άμυνας της πρωτοβάθμιας φροντίδας, πριν τα περιστατικά αποτελέσουν αντικείμενο εξειδικευμένης φροντίδας σε κοινοτικές υπηρεσίες ψυχικής υγείας, σε ψυχιατρικές κλινικές των γενικών νοσοκομείων και πριν καταλήξουν σε δομές μακροχρόνιας φροντίδας, όπως τα ειδικά ψυχιατρικά νοσοκομεία, τα οποία θα πρέπει να καταργηθούν, και σε άλλες εξειδικευμένες υπηρεσίες.

Έπειτα, είναι ιδιαίτερα επείγον οι αρχές της ενσωμάτωσης της ψυχικής υγείας στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας να γίνουν πολιτική προτεραιότητα του υπουργείου. Εκπαίδευση στη συνηγορία είναι απαραίτητη για τη μεταβολή των στάσεων και των συμπεριφορών του πληθυσμού και των επαγγελματιών.

Χρειάζεται επαρκής εκπαίδευση εργαζομένων σε θέματα ψυχικής υγείας και τεχνικές διαχείρισης κοινών ψυχιατρικών διαταραχών. Οι δράσεις πρέπει να είναι περιορισμένες και εφικτές, ενώ εξειδικευμένοι επαγγελματίες πρέπει να είναι άμεσα διαθέσιμοι για την υποστήριξη των συναδέλφων τους στην πρωτοβάθμια φροντίδα και των οικογενειακών γιατρών.

Οι ασθενείς πρέπει να έχουν πρόσβαση στα απαραίτητα ψυχοτρόπα φάρμακα. Η ενσωμάτωση είναι μια διαδικασία με διάρκεια και βάθος χρόνου, δεν γίνεται με μια υπουργική απόφαση.

Είναι απαραίτητη η συνεργασία με άλλους κλάδους εκτός του τομέα υγείας, με ΜΚΟ, ανθρώπους-κλειδιά στην κοινότητα, εθελοντές, τοπικούς συλλόγους, εκκλησία, αστυνομία, τοπική αυτοδιοίκηση.

Στην ουσία, οι υπηρεσίες πρωτοβάθμιας φροντίδας πρέπει να παράγουν «κοινότητα», δηλαδή να συμπεριλαμβάνουν στη δράση τους αυτό που μάθαμε από τις καλές πρακτικές αποϊδρυματισμού στο εξωτερικό. Δηλαδή ότι τα χρήματα, η κατοικία, η εργασία, το κοινωνικό δίκτυο, είναι ουσιαστικά μέσα για την ανάκαμψη του ατόμου από τα ψυχιατρικά προβλήματα που αντιμετωπίζει, γιατί είναι ευκαιρίες ανακατασκευής της ταυτότητάς του και ενίσχυσης της ικανότητας για κοινωνική διαπραγμάτευση. Έχει ενδιαφέρον μια φράση του Φράνκο Μπαζάλια: «Αυτός που δεν έχει, δεν είναι».

 

Είναι γνωστό ότι η ασυλική ψυχιατρική είναι, πέρα από τα ηθικά ζητήματα που εγείρονται, και δαπανηρή, γιατί οι ασθενείς μπαινοβγαίνουν στα ψυχιατρικά ιδρύματα σε έναν αδιέξοδο φαύλο κύκλο. Παρ’ όλα αυτά, τα άσυλα βασιλεύουν στη χώρα μας. Γιατί, κατά τη γνώμη σας;

Η ιστορία της ψυχιατρικής και η γέννησή της ως διακριτικής ιατρικής ειδικότητας σημαδεύεται από τη δημιουργία και την επέκταση τον 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ού των ασύλων ως τόπων εγκλεισμού και εγκατάλειψης των ατόμων που θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο φόβου, διατάραξης της κοινωνικής και δημόσιας τάξης, απειλή για τη συνοχή της κοινότητας, λόγω της διαφορετικότητάς τους. Η ψυχιατρική που μελέτησε την κλινική εικόνα των σοβαρών ψυχιατρικών διαταραχών μέσα στα ασυλικά ιδρύματα αρχικά τα θεωρούσε καταφύγιο με την αρχαιοελληνική έννοια. Ωστόσο, ο ιδρυματικός τους χαρακτήρας, η ιδρυματική νεύρωση που αναπτύσσει στους φιλοξενούμενους ασθενείς, υπερβαίνει κατά πολύ την αρχική πρόθεση περίεξης της ανθρώπινης τρέλας, του αλλόκοτου και του ανοίκειου. Η αρχική πρόθεση μετατράπηκε σε μια ιδρυματική ρουτίνα με βασικά χαρακτηριστικά την εγκατάλειψη, την προσφυγή στη βία όταν ο ασθενής αρνείται να συμμορφωθεί με την καθημερινή τελετουργία και εν τέλει τη χρονιοποίηση όχι μόνο των συμπτωμάτων αλλά και του ίδιου του ατόμου ως υποκειμένου. Η βασική αντίθεση στην ψυχιατρική, διαχρονικά, είναι μεταξύ θεραπείας και κοινωνικού ελέγχου. Η εντολή που δίνει η πολιτεία στην ψυχιατρική είναι να ελέγξει μέσα από τη χρήση της νοσηλείας συμπεριφορές και συμπτωματολογία που είναι ανεπιθύμητες και δεν μπορούν να ενσωματωθούν στο κοινωνικό σώμα.

Το επικρατούν βιοϊατρικό μοντέλο στην ψυχιατρική ενισχύει την αναγκαιότητα φύλαξης και περίθαλψης των ασθενών που πάσχουν από σοβαρές και ανθεκτικές διαταραχές σε άσυλα και χρησιμοποιεί τις κοινοτικές υπηρεσίες και τα ψυχιατρικά τμήματα των γενικών νοσοκομείων ως συμπληρωματικά. Τα άσυλα δεν καταργούνται, γιατί αποτελούν κόμβο και συμπύκνωση πολλαπλών συμφερόντων: συντεχνιακών, των εργαζομένων σε αυτά, οικονομικών, των προμηθευτών τους κ.ο.κ., κοινωνικών, στη βάση του στίγματος. Υπάρχουν επίσης η αντίσταση στην αλλαγή λόγω φόβου και αβεβαιότητας (απώλεια εργασίας και συνηθειών) και η εσωτερικευμένη ιδρυματική κουλτούρα, που δεν είναι κομμάτι μόνο των ασθενών αλλά και των εργαζομένων.

 

Η ψυχιατρική μεταρρύθμιση στη χώρα μας δεν ολοκληρώθηκε. Μπορείτε να κάνετε έναν σύντομο απολογισμό;

Η ελληνική ψυχιατρική μεταρρύθμιση ξεκίνησε μετά το διεθνές σκάνδαλο που προκλήθηκε με την αποκάλυψη του κολαστηρίου στη Λέρο. Μετά από 35 και πλέον χρόνια από την έναρξη της χρηματοδότησης της μεταρρύθμισης έχουν υπάρξει θετικές εξελίξεις, αλλά και πλήθος αρνητικών εκβάσεων.

Σχηματικά:

– Υπάρχει η γενική στρατηγική κατεύθυνση, επιβεβαιώθηκε με την πρόσφατη διακήρυξη κυβέρνησης-ΠΟΥ, προς ένα σύγχρονο μοντέλο κοινοτικής ψυχιατρικής περίθαλψης.

– Υπήρξε κλείσιμο πέντε ψυχιατρείων και αποασυλοποίηση, μείωση κλινών στα εναπομείναντα.

– Υπήρξε εκσυγχρονισμός των υφιστάμενων υπηρεσιών και δημιουργία ψυχιατρικών τμημάτων στα γενικά νοσοκομεία.

– Αναπτύχθηκαν κοινοτικές υπηρεσίες σε πολλές περιοχές της χώρας, όπως και πολλές στεγαστικές δομές για την επανένταξη χρόνιων ασθενών.

– Αξία έχουν επίσης η σταδιακή αποδοχή και ο αποστιγματισμός από αρκετές τοπικές κοινωνίες, η ανάπτυξη των ΚΟΙΣΠΕ (για την επαγγελματική επανένταξη), η υλοποίηση προγραμμάτων προαγωγής ψυχικής υγείας, οι καμπάνιες ενάντια στο στίγμα.

Ωστόσο, υπάρχει πλήθος αρνητικών εκβάσεων οι οποίες είναι κρίσιμες για το μέλλον της μετέωρης ψυχιατρικής μεταρρύθμισης.

– Το σύστημα είναι αποσπασματικό, ανεπαρκώς συντονισμένο, χωρίς σοβαρό σχεδιασμό και μη βασισμένο στις ανάγκες του πληθυσμού μετά από επιδημιολογική μελέτη. Στην ουσία, έχουμε να κάνουμε με άθροισμα κατακερματισμένων υπηρεσιών και όχι με συνεκτικό σύστημα.

– Είναι άνιση η ανάπτυξη στις διάφορες περιοχές. Καταγράφεται υπερανάπτυξη εξειδικευμένου προσωπικού και υποανάπτυξη προσωπικού σε ρόλους υποστήριξης (νοσηλευτές, φροντιστές κ.λπ.)

– Υπάρχουν σοβαρά προβλήματα ηγεσίας (εκλογή διευθυντών κοινοτικών υπηρεσιών ψυχικής υγείας με ασυλική-βιοϊατρική κουλτούρα).

– Υπάρχουν χάσματα στη φροντίδα ομάδων όπως παιδιά, έφηβοι, τρίτη ηλικία, αδικημένες ομάδες, όπως πρόσφυγες-μετανάστες.

– Απουσία μηχανισμών ελέγχου διασφάλισης ποιότητας.

– Απουσία έρευνας και συστηματικής αξιολόγησης βάσει στόχων των υπηρεσιών ψυχικής υγείας.

– Μη εφαρμογή της τομεοποίησης των υπηρεσιών.

– Αυξημένο ποσοστό αναγκαστικών νοσηλειών (το 50%-60% του συνόλου των εισαγωγών είναι ακούσιες, με συχνή τη χρήση μηχανικής καθήλωσης (1/4).

– Προβλήματα υποδομών στα ψυχιατρικά τμήματα των γενικών νοσοκομείων (π.χ. ράντζα).

– Άνιση παροχή υπηρεσιών κοινοτικής ψυχιατρικής (κέντρα ψυχικής υγείας που λειτουργούν μόνο ως εξωτερικά ιατρεία και δεν κάνουν πρόληψη).

– Καθημερινή παραβίαση δικαιωμάτων των ασθενών.

– Μη συμμετοχή των χρηστών και των οικογενειών τους στις αποφάσεις.

– Λειτουργούν παράλληλα πολλά ξεχωριστά συστήματα στον χώρο της ψυχικής υγείας ανεξάρτητα και χωρίς συντονισμό μεταξύ τους: ψυχιατρικά νοσοκομεία – ψυχιατρικά τμήματα γενικών νοσοκομείων, κοινοτικές υπηρεσίες, υπηρεσίες ΙΚΑ, στρατιωτικές ψυχιατρικές υπηρεσίες. (ΕΣΥ/ΝΠΙΔ ΜΚΟ).

 

Υπάρχουν επιτυχημένες νησίδες κοινοτικής ψυχιατρικής, όπου μπορεί κανείς να πάρει βοήθεια χωρίς εγκλεισμό ή οποιαδήποτε άλλη παραβίαση των δικαιωμάτων του, με σεβασμό στην προσωπικότητά του και ένα πλαίσιο συνολικής υποστήριξης, αλλά δεν είναι αυτό το μοντέλο που έχει κυριαρχήσει στη χώρα μας. Δεν είναι αυτό μια αποτυχία και των φορέων κοινοτικής ψυχιατρικής;

Οι λιγοστές νησίδες κοινοτικής ψυχιατρικής φροντίδας, πιλότοι της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, λόγω των ελλειμμάτων και της αδυναμίας τους (ασυνεννοησία μεταξύ τους) δεν κατάφεραν να αποτελέσουν ισχυρά πρότυπα καλής πρακτικής ώστε με πολιτική βούληση να επεκταθούν. Δυστυχώς, έχουν τοπικό χαρακτήρα, παραμένουν προσδεδεμένες στην προσωπικότητα του ιδρυτή τους και εν πολλοίς ασυντόνιστες μεταξύ τους, κάτι που αδυνατίζει τη διαπραγματευτική τους ισχύ ως ομάδας πίεσης και την επίτευξη των κοινωνικών και θεσμικών στόχων τους.

Δυστυχώς, παρατηρείται ένα φαινόμενο ψευδοαυτάρκειας και δήθεν παντοδυναμίας σε βάρος της δημιουργικότητας, της διεθνούς δικτύωσης και της τεκμηρίωσης σε σύγκριση με τις καλές διεθνείς πρακτικές.

 

Τελικά, τι πρέπει να γίνει, που να είναι ρεαλιστικό, σχετικά άμεσο και συμβατό με τις δυνατότητες της χώρας, ώστε να έχουν ένα αποτελεσματικό δίκτυο υπηρεσιών ψυχικής υγείας παντού και για όλους; Μπορείτε να μας το πείτε σε τίτλους;

  1. Ενίσχυση της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας.
  2. Κατάργηση και μετασχηματισμός των ψυχιατρικών νοσοκομείων και οι πόροι τους να κατευθυνθούν στις κοινοτικές υπηρεσίες.
  3. Καινοτόμα προγράμματα κοινοτικής ψυχιατρικής φροντίδας (έγκαιρη παρέμβαση στην ψύχωση, κατ’ οίκον φροντίδα, παρέμβαση στην κρίση).
  4. Μείωση των αναγκαστικών νοσηλειών μέσα από παρατηρητήριο – σχέδιο δράσης.
  5. Αξιολόγηση και λογοδοσία.
  6. Αναβάθμιση της συμμετοχής των ασθενών και των οικογενειών τους στις αποφάσεις.