«Ψυχική υγεία 2021: Να μεταρρυθμίσουμε τη μεταρρύθμιση»: Άρθρο των καθηγητών Β. Μαυρέα και Στ. Στυλιανίδη στο Βήμα της Κυριακής (10/10/2021)

«Ψυχική υγεία 2021: Να μεταρρυθμίσουμε τη μεταρρύθμιση»: Άρθρο των καθηγητών Β. Μαυρέα και Στ. Στυλιανίδη στο Βήμα της Κυριακής (10/10/2021)

Η Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας το 2021 έχει για πρώτη φορά δύο θέματα που αλληλοσυμπληρώνονται και θέτουν το ζήτημα της επαρκούς παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας στον πυρήνα των προβλημάτων που έχουν επισημανθεί εδώ και δεκαετίες. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει το θέμα «Ψυχική Υγεία για Όλους: Ας το κάνουμε πραγματικότητα», ενώ η Παγκόσμια Ομοσπονδία για την Ψυχική Υγεία «Ψυχική Υγεία σε έναν Άνισο Κόσμο».

Σήμερα είναι γνωστό από τα υπάρχοντα επιδημιολογικά στοιχεία πως ανά πάσα στιγμή το 16%-20% των ενηλίκων ατόμων πάσχουν από κάποια ψυχιατρική διαταραχή. Ανάλογα στοιχεία υπάρχουν και για την παιδική και εφηβική ηλικία, όπως και για τα άτομα της τρίτης ηλικίας. Γενικά, η πιθανότητα ενός ατόμου στη διάρκεια της ζωής του να παρουσιάσει μια ψυχιατρική διαταραχή φτάνει κατά ορισμένες μελέτες άνω του 40%. Η κοινωνική επιβάρυνση από ψυχιατρικές διαταραχές είναι τεράστια. Πέραν της πτώσης της λειτουργικότητας και της ποιότητας ζωής που επιφέρουν, αποτελούν ανασταλτικούς παράγοντες της κοινωνικής ανάπτυξης. Η κοινωνική επιβάρυνση των ψυχιατρικών διαταραχών στις αναπτυσσόμενες χώρες, όπου ανήκει και η Ελλάδα, αντιστοιχεί στο 16,2% της συνολικής κοινωνικής επιβάρυνσης από προβλήματα υγείας, ενώ το παγκόσμιο οικονομικό κόστος των ψυχιατρικών διαταραχών υπολογίστηκε σε 2,1 τρισ. δολάρια το 2010, ενώ αναμένεται να ανέλθει σε 6,1 τρισ. το 2030 και η απώλεια οικονομικής ανάπτυξης μεταξύ 2010 και 2030 λόγω των ψυχιατρικών διαταραχών σε 16,1 τρισ. δολάρια. Η πανδημία από τον Covid-19, με την αύξηση της συχνότητας των ψυχιατρικών διαταραχών που παρατηρείται, επιβάρυνε περαιτέρω τα παραπάνω.

Είναι γνωστό πως πέραν της βιολογικής αιτιολογίας των ψυχιατρικών διαταραχών, σημαντική επίδραση στην έναρξη, στην αντιμετώπιση, στις υποτροπές και στη χρονιότητα των ψυχιατρικών διαταραχών αποτελούν οι λεγόμενοι «κοινωνικοί προσδιοριστές» (social determinants). Με τον όρο αυτόν αναφερόμαστε στους παράγοντες εκείνους που ευοδώνουν ή αναστέλλουν την έναρξη, την υποτροπή ή χρονιότητά τους, παράγοντες τόσο ατομικούς όσο και του κοινωνικού περιβάλλοντος (εισόδημα, εργασία, απουσία βίας και κοινωνικού στιγματισμού, δομημένο περιβάλλον, θεσμοί και δικαιοσύνη, δικαιώματα, κοινωνική συμμετοχή).

Από την άλλη πλευρά, έχει διαπιστωθεί σημαντικό χάσμα στην πρόσβαση των ατόμων με ψυχιατρική διαταραχή σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας. Αυτό αφορά τόσο την ύπαρξη υπηρεσιών ψυχικής υγείας όσο και την παροχή ποιοτικής φροντίδας. Η επένδυση στην ψυχική υγεία από πλευράς των οικονομικών πόρων που δαπανώνται στην υγεία στις καλύτερες των περιπτώσεων δεν ξεπερνά το 7% του προϋπολογισμού για την υγεία, ποσό δυσανάλογο για το μέγεθος του προβλήματος.

Το 2013 το Γραφείο Ευρώπης του ΠΟΥ προτείνει την αντιμετώπιση του προβλήματος της ψυχικής υγείας από δύο πλευρές: τόσο από την πλευρά των κοινωνικών προσδιοριστών και των παραγόντων κινδύνου όσο και από την πλευρά της παροχής ποιοτικών υπηρεσιών ψυχικής υγείας που θα είναι προσβάσιμες, αποδεκτές από τους ενδιαφερόμενους, οικονομικά προσιτές και ισότιμες για όλους.

Το 1999 ο νόμος 2716 έδωσε το έναυσμα για την έναρξη της Ψυχιατρικής Μεταρρύθμισης. Η ανάπτυξη υπηρεσιών ψυχικής υγείας που ακολούθησε έδωσε στη χώρα πλήθος υπηρεσιών και άλλαξε το τοπίο στο σύστημα ψυχικής υγείας. Παρ’ όλα αυτά, μεγάλες περιοχές της χώρας και ομάδες του πληθυσμού παραμένουν με ελλιπείς υπηρεσίες, στην ουσία σχεδόν ακάλυπτες. Όσον αφορά δε τις ανάγκες νοσηλείας για σοβαρές ψυχιατρικές διαταραχές, αυτές σε σημαντικό βαθμό καλύπτονται από ψυχιατρικά νοσοκομεία παλαιού τύπου, ενώ οι κοινοτικές υπηρεσίες που αναλαμβάνουν την κάλυψη των αναγκών εκτός νοσοκομείου είναι ανεπαρκώς ανεπτυγμένες και συχνά απούσες.

Το 2011 παραδώσαμε στο υπουργείο Υγείας μια πρόταση για την ανάπτυξη των υπηρεσιών ψυχικής υγείας την επόμενη δεκαετία. Σε αυτήν, με βάση τα αποτελέσματα της έρευνας και τις διεθνείς καλές πρακτικές, προτείναμε υπηρεσίες νέου τύπου, αλλά και τον ελάχιστο αριθμό και τύπο υπηρεσιών ανά γεωγραφική περιοχή. Οι πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις των επόμενων χρόνων δεν ευόδωσαν την υλοποίησή της.

Τα στοιχεία για το 2017 που υπάρχουν στον Άτλαντα Ψυχικής Υγείας του ΠΟΥ δείχνουν τις υπάρχουσες ελλείψεις. Απουσία συνεργασίας των υπηρεσιών με τις οργανώσεις ληπτών των υπηρεσιών και των οικογενειών τους, απουσία αναφοράς στο οικονομικό κόστος των υπηρεσιών και ανά ασθενή, απουσία προγραμμάτων πρόληψης και προαγωγής της ψυχικής υγείας, ενώ η αξιολόγηση του συστήματος από ομάδα διεθνών εμπειρογνωμόνων έδειξε τη διάσπαση του συστήματος και την απουσία συνεργασίας μεταξύ των υπηρεσιών.

Το μέγεθος του προβλήματος, αλλά και η αύξηση της συχνότητας των ψυχιατρικών διαταραχών που προκάλεσε η πανδημία, καλούν για μια νέα μεταρρύθμιση στην ψυχική υγεία, μια μεταρρύθμιση της μεταρρύθμισης. Η χώρα πρέπει να αποκτήσει υπηρεσίες υψηλής ποιότητας, πολλές από αυτές νέου τύπου, που θα ανταποκρίνονται στις ανάγκες των ασθενών, υπηρεσίες που θα λειτουργούν μέσα στην κοινότητα και θα βρίσκονται σε συνεχή σχέση μαζί της, με τη φωνή των ληπτών και των οικογενειών τους να έχει λόγο στις διαδικασίες και τις αποφάσεις. Οι υπηρεσίες πρέπει να παρέχουν επιστημονικά τεκμηριωμένη φροντίδα, με την πρακτική να υπακούει σε ηθικές βάσεις, πράγμα που προϋποθέτει στάσεις που σέβονται τα δικαιώματα των ληπτών και λαμβάνει υπόψη τις προτιμήσεις τους. Είναι απαράδεκτο το μεγαλύτερο ποσοστό των νοσηλειών σήμερα να γίνεται μετά από εισαγγελική εντολή. Από την πλευρά της πολιτείας, η μεταρρύθμιση αυτή προϋποθέτει τόσο την υποστήριξη από πλευράς των αναγκαίων πόρων, αλλά και την αλλαγή του υποδείγματος που επικρατεί μέχρι σήμερα, της δημιουργίας υπηρεσιών που δεν υπόκεινται σε κοινωνική λογοδοσία και ελέγχονται μόνο για τις οικονομικές τους δαπάνες. Η δημιουργία ενός συστήματος υπηρεσιών ψυχικής υγείας που θα υπόκειται σε αξιολόγηση και έλεγχο με στόχο την παροχή των καλύτερων υπηρεσιών και την αυτοβελτίωσή του μέσω των μηχανισμών αξιολόγησης και λογοδοσίας είναι αναγκαία. Τέλος, σε κοινωνικό επίπεδο, απαραίτητες είναι οι δράσεις για τη βελτίωση των κοινωνικών προσδιοριστών, που θα βελτιώσουν το επίπεδο ζωής του πληθυσμού με άμεση αντανάκλαση στην ψυχική υγεία του πληθυσμού της χώρας.

Η θεωρία και η πράξη του αποϊδρυματισμού και των καλών πρακτικών διεθνώς μας έχουν διδάξει ότι μόνο μέσα από την ενεργή διεκδίκηση της άσκησης των δικαιωμάτων τους ως πολίτες, και όχι μόνο με την ετικέτα των ψυχιατρικών ασθενών, μπορούν να διεκδικήσουν την ύπαρξή τους ως υποκείμενα της οδύνης τους και ταυτόχρονα να δημιουργήσουν ευκαιρίες και δυνατότητες υλικών και συναισθηματικών ανταλλαγών εγγεγραμμένων σε ένα κοινοτικό δίκτυο διαρκούς διαπραγμάτευσης. Διαφορετικά, όπως με οξυδέρκεια παρατηρεί ο Giorgio Agamben, μπορούν να μεταβληθούν σε «μονάδες χωρίς ταυτότητα». Ας είμαστε αισιόδοξοι και όχι παντοδύναμοι για την επικράτηση μιας ανθρωποκεντρικής ψυχιατρικής φροντίδας.

 

Βενετσάνος Μαυρέας, ομότιμος καθηγητής Ψυχιατρικής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, πρόεδρος Επιστημονικής Επιτροπής ΕΠΑΨΥ

Στέλιος Στυλιανίδης, καθηγητής Κοινωνικής Ψυχιατρικής Παντείου Πανεπιστημίου, ιδρυτής και επίτιμος πρόεδρος ΕΠΑΨΥ