EPAPSY Admin

EPAPSY Admin

ΕΚΡΗΞΕΙΣ ΘΥΜΟΥ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

ΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΙ ΑΠΟΦΕΥΓΟΥΜΕ ΤΗ ΔΥΣΚΟΛΗ ΩΡΑ

Είναι  πολύ συνηθισμένο να έρθουμε αντιμέτωποι με την δύσκολη αυτή συμπεριφορά του «μικρού» μας. Πολλές φορές ο γονιός νιώθει «λίγος» ή αβοήθητος ή απλά ντροπιασμένος σε μια τέτοια αντίδραση. Άλλες πάλι φορές θυμώνει και ο ίδιος με αποτέλεσμα η ένταση και των δύο να κορυφώνεται γρήγορα.

Οπότε... τι κάνουμε;
Κατ’ αρχάς προσπαθούμε να συγκρατήσουμε την υπομονή μας, όσο δύσκολο και αν είναι. Κανένας δεν σας κρίνει άσχημα εκείνη την ώρα (παρ’ όλο που αυτό νιώθετε). Προσπαθήστε να καταλάβετε τι είναι αυτό που θέλει να σας πει το «μικρό» σας και δεν μπορεί με λογάκια. Μπορεί να είναι κάτι πολύ απλό όπως «είμαι κουρασμένος», «βαρέθηκα», «νυστάζω», «μου έχεις λείψει και θέλω να ασχοληθείς μαζί μου»...απλές σκέψεις που δεν ξέρει πως να τις εκφράσει. Με λίγα λόγια προσπαθούμε να «ακούσουμε» το συναίσθημα του, που μπορεί να μην είναι θυμός αλλά στενοχώρια ή δυσφορία. Άλλες πάλι φορές προσπαθούμε να αγνοήσουμε συμπεριφορές που δεν θέλουν να διαιωνιστούν (αν ασχοληθούμε πολύ κινδυνεύουμε να κάνουμε αρνητική ενίσχυση της συμπεριφορές). Στα πιο μικρά παιδιά βοηθάει να τους αποσπάσουμε την προσοχή με κάτι άλλο.

Τι δεν κάνουμε;

Προσπαθούμε να μην ακυρώσουμε τα συναισθήματα τους.΄Ένας γονιός-ενήλικας θα πει «φρικάρει και για τα πιο απλά, πέφτει κάτω, φωνάζει, κοπανιέται κτλ» Αυτό, όμως που είναι τόσο μικρό και ασήμαντο για τον ενήλικα μπορεί να είναι πολύ σημαντικό για ένα μικρό παιδί. Τα μικρά παιδιά δεν έχουν φτάσει στην ηλικία που είναι οι γονείς όποτε είναι δύσκολο να μπουν στη θέση τους. Οι ενήλικες, όμως έχουν περάσει από την ηλικία του παιδιού και μπορούν... με λίγη προσπάθεια να θυμηθούν  πόσο δύσκολο είναι κάποιες φορές να είσαι παιδί.

Αποφεύγουμε εκφράσεις του τύπου «δεν έγινε και τίποτα», «πως κάνεις έτσι», «σιγά το πράγμα», «γίνεσαι ρεζίλι» κ.α.

Μην απορρίπτετε το παιδί με εκφράσεις του τύπου «δεν είσαι καλό παιδί» καλύτερα χαρακτηρίστε την συμπεριφορά π.χ με αυτό τον τρόπο δεν καταλαβαίνω τι θες και πως να βοηθήσω.

Ως γονείς καλείστε να επιδείξετε ένα μοντέλο σωστότερης και αποδοτικότερης συμπεριφοράς.

Επιπλέον αποφεύγετε να λέτε ότι τέτοιου τύπου συμπεριφορές σας λυπούν, σας ντροπιάζουν  ή θα σας «αρρωστήσουν». Με αυτό τον τρόπο γεμίζετε τα μικρά σας  με ενοχές. Μη καταφεύγετε σε ψέματα.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, που αυτές οι συμπεριφορές οδηγούν σε δυσλειτουργία της οικογένειας ή δοκιμάζουν την σχέση και την επικοινωνία με το παιδί σας μπορείτε να απευθυνθείτε σε έναν ειδικό.


Κάλλια Μπακογιάννη
Παιδοψυχίατρος , Κινητή Μονάδα Ψυχικής Υγείας ΒΑ Κυκλάδων ΕΠΑΨΥ
            Η έννοια της μητρικής λειτουργίας ενέχει μία αινιγματική διάσταση καθώς δεν μπορεί να οριστεί με πολύ συγκεκριμένους όρους, ώστε να ακολουθηθούν απολύτως ορισμένα βήματα και τακτικές. Είναι πολύ σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι με τη γέννηση του παιδιού γεννιέται ψυχικά και η μητέρα, δηλαδή έχει πλέον μία νέα ταυτότητα συνδεόμενη με την απόκτηση του παιδιού, η δόμηση της οποίας γίνεται σταδιακά και αθροιστικά, δηλαδή αφενός περνάει από ορισμένα στάδια και αφετέρου δεν περιορίζεται φυσικά στη στιγμή της γέννησης του παιδιού : ξεκινά από πριν τη γέννησή του και συνεχίζεται και μετά από αυτή. Η μητέρα αποτελεί για το παιδί το πρώτο περιβάλλον, σε ψυχοσωματικό επίπεδο και η ποιότητα της μεταξύ τους σχέσης που θα εδραιωθεί θα έχει σημαντική επίδραση στη μετέπειτα ψυχοσυναισθηματική εξέλιξη του παιδιού. Από πριν τη γέννησή του καθώς η επιθυμία απόκτησης παιδιού είναι εκείνη που σηματοδοτεί την έναρξη της ταυτότητας, ενώ μετά τη γέννησή του διαφοροποιείται σε στάδια ανάλογα και με το στάδιο εξέλιξης του παιδιού. Η μητρότητα αφορά σε μία ιδιαίτερη ψυχική οργάνωση συγκροτώντας ένα νέο μόνιμο πλέον κομμάτι του εαυτού και ακριβώς αυτή η ψυχική διάσταση, όσον αφορά στις αλλαγές και στη σημασία τους σε σχέση με τη μητρότητα, δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας.

            Από τη στιγμή της γέννησης και μετά τη συνάντηση του φανταστικού με το πραγματικό μωρό, δηλαδή εκείνου που η μητέρα φανταζόταν κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και του μωρού που γεννιέται, είναι πολύ σημαντική η αναγνώριση και η σωστή διαχείριση των διαφορών ανάμεσα στην πραγματικότητα και τις προσδοκίες ώστε οι δεύτερες να μη λειτουργήσουν εις βάρος του παιδιού. Εδώ είναι πολύ σημαντικό να τονίσουμε δύο σημεία: πρώτον, η αφήγηση γύρω από τη γέννηση του παιδιού θα αποτελεί πάντα ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της μητρικής ταυτότητας και ακολούθως η διαμόρφωση της μητρικής νοοτροπίας επηρεάζεται από τη σημασία της δικής της προσωπικής ιστορίας, καθώς όταν μία γυναίκα γίνεται μητέρα ενεργοποιείται το παρελθόν της, οι δικές της προσωπικές εμπειρίες αλλά και η αναζήτηση υποστηρικτικού δικτύου από το δικό της οικογενειακό περιβάλλον. Το δεύτερο και σημαντικότερο σημείο που πρέπει να τονιστεί αφορά στο ρόλο του πατέρα και στην εγκατάσταση ενός νέου οικογενειακού πυρήνα που αποτελείται πλέον από τους νέους γονείς και το παιδί. Είναι σημαντικό οι νέοι γονείς να είναι εκείνοι που θα βάλουν τα όρια και τις αρχές στη νέα οικογένεια, φυσικά επηρεασμένοι από τις δικές τους καταβολές, αλλά όσο γίνεται παραμένοντας έξω από τα οικογενειακά στερεότυπα ώστε να αναδειχθεί η προσωπική ταυτότητα του παιδιού και να μην μπει σε μία θέση όπου όλοι θα αναμένουν την πραγματοποίηση πληθώρας προσδοκιών που τελικά δεν το αφορούν προσωπικά.

            Ένα ακόμη πολύ σημαντικό σημείο έχει να κάνει με την έννοια του λάθους, που συχνά η μητέρα φοβάται και εξαιτίας αυτού τείνει να κατηγορεί τον εαυτό της και να ενοχοποιείται. Όπως ειπώθηκε, δεν υπάρχει σαφής ορισμός της μητρότητας και απόλυτος προσδιορισμός αυτής, επομένως τα «λάθη» αναμένουμε να συμβούν ενώ αντιθέτως, η προσδοκία αλάθητου στο μητρικό ρόλο επιφορτίζει τη μητέρα αλλά και το παιδί με έντονο άγχος. Τα «λάθη» είναι πολύ σημαντικά γιατί ενεργοποιούν και επιτρέπουν την απόκτηση τρόπων διόρθωσής τους συμβάλλοντας έτσι στη δυνατότητα επικοινωνίας ανάμεσα στη μητέρα και το παιδί. Η μητέρα καταφέρνει δηλαδή έτσι να κατανοήσει καλύτερα το παιδί της και να βρίσκει νέους τρόπους και τεχνικές για την όσο το δυνατόν πιο εύστοχη ικανοποίηση των αναγκών του παιδιού της. Από την πλευρά του το παιδί μαθαίνει σταδιακά έτσι να δημιουργεί τον τρόπο με τον οποίο να ικανοποιεί και να ηρεμεί τον εαυτό του σταδιακά διαφοροποιούμενο από τη μητέρα του. Η διαφοροποίηση και η κατάκτηση της αυτονομίας είναι έννοιες πολυσύνθετες που αναφέρονται σε μία μακρά πορεία που περιλαμβάνει διάφορα στάδια για ένα παιδί, ανάλογα με την ηλικία του. Η μητέρα είναι εκείνη που θα του δείξει το διαφορετικό και τον έξω κόσμο κι είναι καίριας σημασίας η παρουσία της να μην αφορά πια σε αποκλειστικότητα το παιδί ώστε κι εκείνο να αποκτήσει την ικανότητα για την κατάκτηση της αίσθησης του εαυτού του και χωρίς τη συνεχή φροντίδα της μητέρας. Γι’ αυτό το λόγο είναι πολύ σημαντική η ανάδειξη του ρόλου του πατέρα και μέσα από τα λόγια και την παρουσία της μητέρας, ώστε να του δοθεί ο κατάλληλος χώρος και χρόνος στη ζωή της γυναίκας-μητέρας μετά τη γέννηση του παιδιού. Διότι κι εκείνος αποκτά νέα ταυτότητα μετά τη γέννηση του παιδιού, εκείνη του πατέρα, χωρίς αυτό να είναι το μοναδικό χαρακτηριστικό που διαμορφώνει τη θέση του στη νέα οικογένεια. Για το παιδί είναι επομένως καίριας σημασίας να γνωρίζει και να αντιλαμβάνεται με συστηματικό τρόπο την παρουσία του πατέρα ως τρίτου και το ρόλο του στο πλάι της μητέρας, ώστε να ανοίξει ο δρόμος της ετερότητας και της σχέσης με τους άλλους.

            Πολύ σημαντικό μέρος της σχέσης ανάμεσα στη μητέρα και το παιδί με στόχο την υγιή ανάπτυξη και εξέλιξη αυτού είναι το παιχνίδι, που εδραιώνεται ακριβώς μέσα από αυτή τη σχέση. Στην αρχή, όταν η επικοινωνία με το βρέφος γίνεται με μη λεκτικό τρόπο το παιχνίδι είναι σωματικό, ακριβώς γιατί η ίδια η σχέση προσδιορίζεται από το σωματικό διάλογο ανάμεσα στα μέλη της. Επομένως πρόκειται για έναν ελεύθερο αυτοσχεδιασμό την ώρα που η μητέρα ταΐζει, αλλάζει ή κάνει μπάνιο το παιδί της. Στη συνέχεια και στην πορεία της ζωής του παιδιού είναι σημαντικό το παιχνίδι να επιμερίζεται και στους δύο γονείς, έχοντας άλλες διαστάσεις με τον ένα και με τον άλλο γονέα, αφήνοντας πάντα το παιδί σταδιακά και περισσότερο μόνο του ώστε να αναπτύσσει τη δημιουργικότητά του αλλά και την ικανότητά του να παραμένει μόνο παίζοντας και λαμβάνοντας ευχαρίστηση από αυτό, για να επιθυμεί στη συνέχεια να μοιραστεί το παιχνίδι του προς τα έξω αναζητώντας τη σχέση με τους συνομηλίκους του μέσω της διαδικασίας της κοινωνικοποίησης στα διαφορετικά περιβάλλοντα όπου θα βρεθεί.

            Κλείνοντας, είναι κρίσιμο να τονιστεί για άλλη μία φορά η αινιγματική διάσταση της έννοιας της μητρότητας. Τα «λάθη» υπάρχουν για να βρίσκουμε τρόπους να τα αναγνωρίζουμε και να τα «διορθώνουμε» με την έννοια της εύρεσης του καλύτερου δυνατού τρόπου επικοινωνίας με το παιδί, αρκεί η μητέρα να έχει πάντα κατά νου ότι το παιδί δεν είναι η συνέχειά της, το απόκτημά της, αλλά αντιθέτως ένας νέος άνθρωπος εύπλαστος απέναντι στη ζωή και στις απαιτήσεις που αυτή επιτάσσει. Και η μητέρα μαζί με τον πατέρα είναι εκεί για να του δείχνουν το δρόμο.

Ναυσικά Τσιπά, Ψυχολόγος Κινητής Μονάδας Ψυχικής Υγείας Δυτικλων Κυκλάδων ΕΠΑΨΥ, Δρ. Κλινικής Ψυχολογίας, Universite Paris Nord – Sorbonne Cite

Η οριοθέτηση αποτελεί σημαντικό κομμάτι της διαπαιδαγώγησης, ωστόσο δεν είναι εύκολη υπόθεση.. Οι γονείς συχνά αναρωτιούνται αν χρειάζονται τα όρια, ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να μπουν όρια στη συμπεριφορά ενός παιδιού, από ποια ηλικία και μετά χρειάζεται να ξεκινούν κλπ. 

Με τη γέννηση ενός βρέφους, οι γονείς προσπαθούν να ανταποκρίνονται άμεσα στις ανάγκες του για τροφή, φροντίδα, αγκαλιά, εξασφαλίζοντας ένα ασφαλές και ζεστό περιβάλλον, με αγάπη και στοργή χωρίς όρια. Καθώς το μωρό μεγαλώνει προκύπτει και η ανάγκη να τίθενται όρια σε κάποιους τομείς. Μετά από λίγους μήνες, ήδη πριν την ηλικία των 12 μηνών ξεκινούν συνήθως τα συχνά ΟΧΙ από τους γονείς. Μέχρι 2 ετών τα παιδιά δεν αναγνωρίζουν τις συνέπειες των πράξεων και χρειάζονται συνεχή καθοδήγηση από τους γονείς για το τι επιτρέπεται και τι όχι. Αναμενόμενο είναι τα παιδιά πολλές φορές να αντιδρούν, να παίρνουν πρωτοβουλίες, να λένε επίσης ΟΧΙ. Ωστόσο, είναι σημαντικό να μπαίνουν ξεκάθαρα όρια ήδη από μικρή ηλικία, καθώς μέχρι τα 7 έτη έχει συνήθως διαμορφωθεί η σχέση του παιδιού με τα όρια. Πολλοί γονείς προσπαθούν στην εφηβεία να θέσουν όρια, ωστόσο αν αυτή η διαδικασία δεν έχει ξεκινήσει πολύ νωρίτερα, θα συναντήσουν μεγάλη δυσκολία.

Κάποιοι τομείς στους οποίους χρειάζεται να θέτονται τα πρώτα όρια είναι οι παρακάτω:

  • Ύπνος: ορίζεται συγκεκριμένη ώρα ύπνου το βράδυ, τα παιδιά κοιμούνται στο δικό τους κρεβάτι και το δικό τους δωμάτιο κλπ
  • Φαγητό: τα παιδιά ενθαρρύνονται να τρώνε μόνα τους, όταν κατακτήσουν τις σχετικές δεξιότητες, διαχωρίζεται η ώρα του φαγητού από την ώρα του παιχνιδιού, τρώνε στο τραπέζι κλπ
  • Τηλεόραση, κινητά, υπολογιστές: ανάλογα την ηλικία, τα παιδιά χρησιμοποιούν αυτά τα μέσα για συγκεκριμένη ώρα κλπ
  • Συμπεριφορά: περιορισμός επιθετικής συμπεριφοράς προς τους άλλους κλπ
  • Σώμα: το παιδί μπορεί το ίδιο να αγκαλιάζει και φιλάει κάποιον ή να δέχεται αντίστοιχα αγκαλιές μόνο όταν το ίδιο το θέλει κλπ

 

Τα όρια και οι κανόνες δεν πρέπει να μπαίνουν με αυστηρό κι άκαμπτο τρόπο που, δεν θα αφήνει στο παιδί χώρο για πρωτοβουλίες κι επιθυμίες, ούτε θα πρέπει να ακολουθούνται από αυστηρές τιμωρίες και υπερπροστασία. Από την άλλη, δε βοηθάει να είναι πολύ χαλαρά ή ανύπαρκτα, καθώς το παιδί μαθαίνει να λειτουργεί εγωκεντρικά και τελικά παρουσιάζει δυσκολίες προσαρμογής και σε άλλα πλαίσια (σχολείο, ομαδικές δραστηριότητες). 

Τα όρια χρειάζεται να ορίζονται με σαφή και σταθερό τρόπο, καθώς βοηθούν το παιδί να λειτουργεί υπεύθυνα κι ανεξάρτητα. Λειτουργούν προστατευτικά, ώστε να μπορεί να εξερευνήσει με ασφάλεια τον κόσμο γύρω του, καθορίζουν τον τρόπο που σχετίζεται με τους άλλους, βοηθούν το παιδί να αποκτά έλεγχο του εαυτού του,  να αναγνωρίζει και να σέβεται τις ανάγκες, επιθυμίες του ίδιου και των άλλων. Τέλος, το παιδί μαθαίνει να βάζει και το ίδιο όρια στους άλλους, σημαντικό εφόδιο και για τη μετέπειτα ζωή του.

Όταν οι γονείς θέτουν κανόνες, είναι σημαντικό να προσπαθούν να το κάνουν χρησιμοποιώντας μικρές, κατανοητές προτάσεις, ανάλογα με την ηλικία του παιδιού, χωρίς να δίνουν πολλές πληροφορίες ταυτόχρονα. Η συζήτηση με τα παιδιά για το θέμα αυτό είναι καλύτερα να γίνεται όταν γονείς και παιδιά είναι ήρεμοι κι όχι ενώ υπάρχει κάποια ένταση-έντονη διαφωνία για κάτι που συνέβη. Χρειάζεται σταθερότητα από την πλευρά των γονιών, ώστε να μη δίνονται διπλά μηνύματα για το τι επιτρέπεται και τι όχι, και συχνή ενθάρρυνση κι επιβράβευση της θετικής συμπεριφοράς, όχι μόνο επισήμανση της μη αποδεκτής συμπεριφοράς. Είναι σημαντικό επίσης κι οι γονείς να ακολουθούν όρια, καθώς τα παιδιά ταυτίζονται μαζί τους κι εσωτερικεύουν στάσεις και συμπεριφορές.  

Ωστόσο, χρειάζεται να υπάρχει ευελιξία, και να διαμορφώνονται τα όρια ανάλογα με το αναπτυξιακό στάδιο και την ιδιοσυγκρασία του παιδιού, με συνεχή έλεγχο αν είναι πολύ ασφυκτικά ή χαλαρά για την ηλικία του και αν τελικά χρειάζεται να επαναπροσδιοριστούν. Επίσης, είναι σημαντικό να διαχωρίζονται οι τομείς στους οποίους χρειάζεται να μπουν αυστηρότερα όρια και να υπάρχει κοινή γραμμή των γονιών κι όσων εμπλέκονται στη φροντίδα των παιδιών. Τα όρια τίθενται και από τους δυο γονείς.

Επιπρόσθετα, η κριτική/ χαρακτηρισμοί ως προς μια μη αποδεκτή συμπεριφορά χρειάζεται να επικεντρώνονται στην ίδια την πράξη, όχι στο παιδί και τα συναισθήματα του. Ενθαρρύνουμε τη συναισθηματική έκφραση, δεν ενοχοποιούμε το παιδί επειδή θύμωσε, αλλά κατευθύνουμε προς αποδεκτούς τρόπους έκφρασης του θυμού. ΣΕ ΚΑΜΙΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΔΕ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΜΕ ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΤΙΜΩΡΙΑ ΚΑΙ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΒΙΑ, καθώς έχουν ΜΟΝΟ αρνητικές συνέπειες στα παιδιά.

Τέλος είναι σημαντικό να θυμόμαστε:

  • Θέτοντας όρια διαπραγματευόμαστε και τη δική μας σχέση με τα όρια, όπως διαμορφώθηκαν στη δική μας πατρική οικογένεια.
  • Δε χρειάζεται να έχουμε ενοχές επειδή προσπαθούμε να θέσουμε όρια... θέτω όρια δε σημαίνει ότι δεν αγαπώ τα παιδιά μου, ούτε ότι εκείνα δε θα με αγαπούν..
  • Χρειάζεται να είμαστε έτοιμοι να αντέξουμε τις αντιδράσεις και τα συναισθήματα του παιδιού (θυμός, γκρίνια, κλάμα): είναι φυσιολογικό τα παιδιά να αντιδρούν, να δοκιμάζουν τα όρια.
  • Είναι σημαντικό να είμαστε έτοιμοι επίσης να αντέξουμε και τα δικά μας συναισθήματα, όταν τα παιδιά αντιδρούν στα όρια..Δεν αντιδρούν για να μας αμφισβητήσουν ως γονείς, αλλά γιατί είναι φυσιολογικό να αντιδρούν ως παιδιά...

 

Στέλλα Παντελίδου

Κλινική Ψυχολόγος ΜSc, PhD (cand.), Θεραπεύτρια Οικογένειας

Επιστημονική Υπεύθυνη Κινητών Μονάδων Ψυχικής Υγείας ΒΑ και Δυτικών Κυκλάδων ΕΠΑΨΥ

 

  

 

 

Πολύ συχνά οι γονείς αναφέρουν για τα παιδιά τους ότι είναι «κλειστοί χαρακτήρες» ή ότι «δεν μιλούν» ανησυχώντας τις περισσότερες φορές καθώς δεν γνωρίζουν πώς εκείνα νιώθουν ή αν τους έχει συμβεί κάτι.  Τα παιδιά βιώνουν πολλά από τα συναισθήματα που βιώνουν και οι ενήλικες. Θυμώνουν, νευριάζουν, στεναχωριούνται, απογοητεύονται, ματαιώνονται,  χαίρονται, ντρέπονται όμως συχνά δεν γνωρίζουν ή δεν βρίσκουν τις κατάλληλες λέξεις για να μιλήσουν γι’ αυτό που νιώθουν. Αντί γι’ αυτό, κάποιες φορές εκδηλώνουν τα συναισθήματά τους με ακατάλληλους τρόπους. Για παράδειγμα, όταν ένα παιδί απογοητεύεται κλαίει και μπορεί να πετάξει τα παιχνίδια του κάτω. Για αρχή είναι εξαιρετικά σημαντικό να αναρωτηθούμε αν εμείς οι γονείς, ως άτομα, έχουμε την τάση να εκφράζουμε και να βάζουμε σε λόγια τα συναισθήματά μας και αν η ατμόσφαιρα και η ποιότητα των σχέσεων  που έχει καλλιεργηθεί  ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας  επιτρέπει  την ελεύθερη και χωρίς κριτική έκφρασή  τους.

Αν κάτι τέτοιο ισχύει, ένα εύκολο και εξαιρετικά σημαντικό βήμα στη συναισθηματική αγωγή των παιδιών είναι η βοήθεια που μπορείτε να προσφέρετε στα παιδιά προκειμένου να προσδιορίσουν και να εκφράσουν με λέξεις  τα συναισθήματά τους όπως τα βιώνουν. Για παράδειγμα ο Νίκος ζήλεψε όταν έφεραν στην μικρή του αδερφή ένα δώρο με αποτέλεσμα να της  το πάρει και να προσπαθήσει να το σπάσει . Φανταστείτε λοιπόν τον πατέρα του να του λέει: «Καταλαβαίνω ότι στεναχωρήθηκες. Ζήλευα και εγώ όταν ήμουν μικρός και έβλεπα τη θεία Χριστίνα να παίρνει δώρα. Πιθανότατα η νονά σου θα σου πάρει και εσένα δώρο στα γενέθλια σου». Χρησιμοποιώντας λέξεις που δηλώνουν συναισθήματα βοηθάει τα παιδιά να μετατρέψουν  το αφηρημένο και τρομακτικό  συναίσθημα σε κάτι πιο συγκεκριμένο που αποτελεί φυσικό στοιχείο του ανθρώπου. Με αυτό τον τρόπο δύσκολα συναισθήματα όπως είναι ο θυμός, η θλίψη, ο φόβος μετατρέπονται σε εμπειρίες που βιώνονται από όλους μας και τις οποίες ο καθένας μας μπορεί να τις διαχειριστεί. Ο γονέας που βλέπει το παιδί του να κλαίει και του λέει : «Νιώθεις πολύ λυπημένος, έτσι δεν είναι;», το βοηθάει να καταλάβει ότι βρίσκει κατανόηση και παράλληλα του προσφέρει μια λέξη προς μάθηση για να περιγράψει το έντονο συναίσθημα. Είναι σημαντικό επίσης να έχουμε υπόψη ότι τα συναισθήματά μας είναι συχνά ανάμεικτα και αυτό από μόνο του μπορεί να κάνει τα παιδιά να αισθάνονται μπερδεμένα.  Ένα παιδί που πηγαίνει για πρώτη φορά κατασκήνωση μπορεί να νιώθει χαρά για την ανεξαρτησία του αλλά την ίδια στιγμή να νιώθει φοβισμένο και αγχωμένο επειδή θα χρειαστεί να αποχωριστεί για πρώτη φορά τους γονείς του και θα πάει σε ένα άγνωστο για εκείνο περιβάλλον. Σε αυτή και σε παρόμοιες περιπτώσεις οι γονείς είναι καλό να βοηθήσουν το παιδί να κατανοήσει όλο το φάσμα των συναισθημάτων του, διαβεβαιώνοντάς το, χωρίς διάθεση κριτικής, ότι είναι απόλυτα φυσιολογικό να νιώθει και τα δύο συναισθήματα ταυτόχρονα.

Μελέτες έχουν δείξει ότι η λεκτικοποίηση των συναισθημάτων δρα με «ηρεμιστικό» τρόπο στο νευρικό σύστημα των παιδιών και τα βοηθάει να ξεπεράσουν πιο εύκολα τα περιστατικά που τα αναστατώνουν. Τα παιδιά που μαθαίνουν από μικρή ηλικία να ηρεμούν είναι πιθανότερο να συγκεντρώνονται καλύτερα, να αναπτύσσουν καλύτερη σχέση με τους συνομηλίκους τους, υψηλότερη σχολική επίδοση και καλή υγεία.
 
 Μαρία Γοδενοπούλου
Ψυχολόγος Κλιμακίου Άνδρου Κινητής Μονάδα Ψυχικής Υγείας ΒΑ Κυκλάδων ΕΠΑΨΥ
 
Πηγή: John Gottman. Η συναισθηματική νοημοσύνη των παιδιών. Πώς να μεγαλώσουμε παιδιά με συναισθηματική νοημοσύνη. Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000
 
 
Στο παρακάτω κείμενο θα προσπαθήσουμε να δούμε την οικογένεια ως ένα σύνολο, ως ένα ζωντανό σύστημα που αλληλεπιδρά συνεχώς και η πράξη του κάθε μέλους επηρεάζει το άλλο, και τι μπορεί να κάνει μετά την εμφάνιση μιας ασθένειας.
Αντιλαμβανόμενοι την οικογένεια με τα μέλη της ως ένα ζωντανό σύστημα , βλέπει κανείς πως είναι μια διαδραστική μονάδα που η αλλαγή στο ένα μέλος της επηρεάζει όλα τα υπόλοιπα. Φανταστείτε την οικογένεια σαν ένα εκρεμμές  : Όταν κινείται το ένα τμήμα του , όλα τα υπόλοιπα επίσης κινούνται - δεν υπάρχουν χωριστά το ένα από το άλλα και η κίνηση σε οποιοδήποτε μέρος του συστήματος θα επηρεάσει και τα υπόλοιπα μέλη.

Τι γίνεται όμως όταν το οικογενειακό σύστημα μπαίνει σε κρίση;

Η κρίση ορίζεται ως η 'μη προσαρμογή της οικογένειας στη νέα φάση της ζωής . Μπορεί να επέλθει λόγω :  απώλειας (θάνατος , απώλειας εισοδήματος , απώλεια δουλειάς  ) , από ένα χωρισμό ( διαζύγιο , μετακόμιση , οικονομική μετακόμιση ) , ή από μια ασθένεια συγγενικού προσώπου.

Η διάγνωση ενός μέλους της οικογένειας με μία σοβαρή ψυχική ασθένεια αλλάζει ολόκληρο τον «χάρτη» στο εσωτερικό της οικογένειας. Τα συμπτώματα του ίδιου του μέλους που νοσεί και οι αλλαγές που επέρχονται στις σχέσεις των μελών δημιουργούν μια νέα πραγματικότητα που επηρεάζει όλα τα επίπεδα της ψυχοσυναισθηματικής και κοινωνικής ζωής της οικογένειας. Η οικογένεια κλονίζεται , τα δυναμικά μεταβάλλονται και  αλλάζουν οι ρόλοι μέσα στο σπίτι . Για να επανέλθει σε ισορροπία , χρειάζεται χρόνος προσαρμογής , ώστε να μην ασθενήσει όλη η οικογένεια.

Συγκεκριμένα , ο/η σύζυγος ή  το παιδί μετατρέπεται σε φροντιστή –αντιστροφή ρόλων αλλά και διατήρηση του ήδη υπάρχοντος . Λόγω των αυξημένων αναγκών του ασθενή , προτεραιότητα δίνεται στο ρόλο του φροντιστή ,με αποτέλεσμα να υποβαθμιστούν οι υπόλοιποι ρόλοι. Γίνεται ανακατανομή των ρόλων. Για παράδειγμα , όταν ο σύζυγος ασθενεί  με άνοια η σύζυγος γίνεται φροντίστρια , αλλά παραμένει και μητέρα , νοικοκυρά , εργαζόμενη , κι ένας άνθρωπος με προσωπικές ανάγκες , οι οποίες υποβαθμίζονται. Κυριαρχεί ντροπή για την ασθένεια, άγχος, θυμός ( για συγγενείς που μπορεί να μην στάθηκαν ,για  φίλους που απομακρύνθηκαν  ή και για τον ίδιο τον ασθενή που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε γιατί φέρεται αλλόκοτα) , λύπη, απώλεια, ενοχές κι απελπισία. Μπαίνουν νέα όρια και κανόνες στο σπίτι , τα υπόλοιπα μέλη συνεργάζονται ξανά για τη φροντίδα του. Βλέπει κανείς ότι υπάρχει μεταφορά της φροντίδας από τους γονείς στα παιδιά.
Εκτός από τις αλλαγές στην οικογένεια υπάρχουν κι ατομικές αλλαγές : Φυσική – ψυχολογική υγεία επιδεινώνεται για όλους λόγω μειωμένου χρόνου , το  προσωπικό  πρόγραμμα και οι προσωπικοί στόχοι αλλάζουν ,η ερωτική ζωή μεταβάλλεται ή διακόπτεται.
Επέρχονται οικονομικές αλλαγές αφού μπορεί να επιβαρυνθεί η οικογένεια λόγω της φροντίδας , καθώς και αλλαγές στο χώρο του σπιτιού όπως προσαρμογή χώρων για τον ανοϊκό ασθενή , ή και μετακόμιση του ασθενή με τον φροντιστή στο σπίτι του παιδιού τους για μεγαλύτερη φροντίδα.

Όλα τα παραπάνω έχουν ως αποτέλεσμα το οικογενειακό σύστημα  να «κλείνει» , και η απομόνωση οικογένειας και φροντιστή να αυξάνεται. Λόγω και του στίγματος της ψυχικής ασθένειας που κυριαρχεί επέρχεται απομάκρυνση από κοινωνικές επαφές κι εκδηλώσεις .
Το έργο αυτό είναι γεμάτο από συναισθηματική ένταση και φυσική εξάντληση, με αποτέλεσμα οι συγγενείς που φροντίζουν τέτοιους ασθενείς να χαρακτηρίζονται και αυτοί ως «τα κρυμμένα θύματα» της νόσου Alzheimer (ΝΑ) (Zarit et al., 1986). Διάφορες μελέτες έχουν δείξει ότι οι οικογένειες που φροντίζουν ασθενείς με άνοια και ιδιαίτερα οι πρωτοβάθμιοι φροντιστές βιώνουν αυξημένη σωματική και ψυχιατρική νοσηρότητα, χαμηλού επιπέδου ποιότητα ζωής και κοινωνική απομόνωση.
Τι μπορούμε να κάνουμε λοιπόν;

Πρώτα από όλα χρειάζεται να καταλάβει κανείς πως η άνοια είναι μία ασθένεια στην αντιμετώπιση της οποίας η οικογένεια μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο. Χρειάζεται η οικογένεια να θωρακιστεί με τη βοήθεια επαγγελματιών ψυχικής, να εκπαιδευτεί  σχετικά με τη νόσο , τα χαρακτηριστικά της, την αντιμετώπιση και το χειρισμό δύσκολων καταστάσεων, να ενημερώνεται συνεχώς για τις  νέες θεραπείες, τα δικαιώματα , τις κοινωνικές παροχές, να συμμετέχει σε συναντήσεις (για ενημέρωση αλλά και για κοινωνική έξοδο που θα αποφέρει  και δικτύωση- γνωριμία με άλλους φροντιστές ).

Χρειάζεται αποδοχή της νέας κατάστασης κι όχι άρνηση της πραγματικότητας,  αποδοχή των αρνητικών συναισθημάτων ( πχ θυμός ) ή και των ακραίων/ προκλητικών ενεργειών του ασθενή . Ο φροντιστής κυρίως χρειάζεται να φροντίσει πιο πολύ και καλά τον εαυτό του , να βάλει όριο στην παροχή βοήθειας , να αναζητήσει ψυχοθεραπεία αν δει ότι δε μπορεί να διαχειριστεί μόνος του τα συναισθήματά του και την κατάσταση, να αναζητήσει προσωπικό χρόνο. Το να ζητήσεις βοήθεια δεν είναι αδυναμία , αλλά είναι υπέρ του ασθενή και υπέρ της οικογενειακής λειτουργίας. Αναζήτηση βοήθειας μπορεί να γίνει στην ευρύτερη οικογένεια , σε επαγγελματίες , σε φορείς , σε ομάδες αυτοβοήθειας. Για τον καλύτερο προγραμματισμό και φροντίδα του ασθενούς, την ενημέρωση όλων των μελών, τη συνεργασία και την μείωση του φορτίου , είναι καλό να προγραμματίζονται οικογενειακές συναντήσεις. Συμπεραίνοντας , η φροντίδα για κάποιον που πάσχει από άνοια θέτει τεράστιο βάρος στη σωματική και ψυχική υγεία του φροντιστή, και μπορεί να απειλεί με αποδιοργάνωση συνολικά στην οικογένεια. Η ασθένεια εκτός από τις αρνητικές τις επιπτώσεις , προσφέρει τη δυνατότητα της ‘ανταπόδοσης’ της φροντίδας , αλλά και το να βιώσει η οικογένεια εμπειρίες και στιγμές πρωτόγνωρες (εκμυστηρεύσεις, συμφιλίωση, περισσότερος χρόνος μαζί ) . Πολλοί φροντιστές ομολογούν ότι έζησαν πρωτόγνωρες εμπειρίες με τον ασθενή ,εκμυστηρεύτηκαν,  συμφιλιώθηκαν. Μέσω της ασθένειας ανακαλύπτεις νέους τρόπους επικοινωνίας με τον ασθενή, προσπαθείς να δώσεις νόημα σε αυτά που κάνει, να αναγνωρίσεις τα συναισθήματά του αλλά και τα δικά σου. Να σκεφτείς πχ για ποιό λόγο μπορεί να θυμώνεις με τον ασθενή : λόγω του ότι φέρεται αλλόκοτα , λόγω ότι δεν αντέχεις να τον/την βλέπεις να είναι σε αυτή την κατάσταση επειδή ήταν κάποτε δυνατός/ή , ή επειδή ήσουν θυμωμένος πάντα μαζί του και τώρα μπορείς να του το δείξεις;

Είναι ιδιαίτερα σημαντική η προσπάθεια κοινωνικοποίησης , η καταπολέμηση της απομόνωσης και η συνεργασία με ειδικούς, αλλά και την κοινότητα, τόσο για την υγεία του ασθενή αλλά και για την διατήρηση της υγείας του φροντιστή.
 
Δημήτρης Γαλάνης
Κοινωνικός Λειτουργός Κινητής Μονάδας Ψυχικής Υγείας ΒΑ Κυκλάδων ΕΠΑΨΥ
 

Η Ε.Π.Α.Ψ.Υ. ιδρύθηκε το 1988 και έκτοτε δραστηριοποιείται αδιάκοπα με σκοπό την προσφορά ενός εναλλακτικού μοντέλου παροχής ψυχιατρικής φροντίδας στην Κοινότητα, στο πλαίσιο του Εθνικού Σχεδίου για την Ψυχική Υγεία «Ψυχαργώς» και με βάση τις αρχές της Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης.

 

Στηρίζουμε

Στηρίξτε μας

Αριθμοί Λογαριασμού Δωρεών

ALPHA BANK ΙΒΑΝ - GR8001405010501002002007209

ΕΘΝΙΚΗ ΙΒΑΝ - GR1801101380000013848014745

ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΙΒΑΝ -  GR1001717530006753115644106

Επικοινωνία

  Ε.Π.Α.Ψ.Υ.
Αμαρουσίου Χαλανδρίου 68
Μαρούσι, Αττική, Τ.Κ.: 151 25

 +30 210 80 56 920

        +30 210 80 56 921 (Φαξ)

 This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

 9.00 - 17.00